Ulver

July 29, 2017

Ulver

2089

What’s the meaning of this voyage?

Ένα αφιέρωμα στους Ulver. Δηλαδή το συγκρότημα που ξεπήδησε μέσα από τα σπλάχνα της νορβηγικής black metal σκηνής των 90’s για να φτάσει, λίγα χρόνια αργότερα, να απαρνείται ολοκληρωτικά και επίσημα κάθε περιοριστική μουσική ταυτότητα. Αντιγράφουμε από το ένθετο του “Metamorphosis” EP του 1999:

                Ulver is obviously not a black metal band and does not wish to be stigmatized as such. We acknowledge the relation of part I & III of the Trilogie (Bergtatt & Nattens Madrigal) to this culture, but stress that these endeavours were written as stepping stones rather than conclusions. We are proud of our former instincts, but wish to liken our association with said genre to that of the snake with Eve. An incentive to further frolic only. If this discourages you in any way, please have the courtesy to refrain from voicing superficial remarks regarding our music and/or personae. We are as unknown to you as we always were.

Σημειωτέον, η παραπάνω δήλωση γράφτηκε μετά από μόλις 6 χρόνια μουσικής πορείας, και 2 χρόνια μετά την κυκλοφορία του πιο σκληροπυρηνικού, black metal δίσκου του συγκροτήματος. Πώς έγινε αυτή η μεταλλαγή; Τι ακολούθησε και τι προηγήθηκε; Αυτά κι άλλα πολλά θα ερευνήσουμε σ’ αυτό το αφιέρωμα, ένα αφιέρωμα που περιλαμβάνει αναφορές στη νορβηγική μυθολογία, αποσπάσματα ποιημάτων του William Blake, λίγο από ρωμαϊκή ιστορία, κάποιες επιδερμικές αναφορές στον κινηματογράφο, επιρροές από ψυχεδελικό rock των 60’s, αποσπάσματα από την ειδησεογραφία του Reuters και άλλα πολλά.

255120

Η αρχή του ταξιδιού μας βρίσκει στα 1993, με τους Ulver να κυκλοφορούν ένα από τα καλύτερα demo όλων των εποχών (κι ας λέει ό,τι θέλει ο Garm), ονόματι Vargnatt”. Ο μέτριος ήχος δεν μπορεί να κρύψει το αστείρευτο ταλέντο και το μοναδικό ήχο που χαρακτηρίζει αυτήν την μπάντα. Το black metal των Ulver, ακόμα και τότε, σπάει κάθε στεγανό, δεν μπορεί να περιοριστεί σε κανένα καλούπι. Οι progressive ρυθμοί του Czral, οι ακουστικές κιθάρες του Haavard και τα falsetto του Garm συνθέτουν ένα μουσικό αριστούργημα που αγγίζει τα όρια του avant-garde χωρίς να προδίδει τον black/folk metal εαυτό του. Κάτι τόσο εξεζητημένο, αλλά ταυτόχρονα extreme, οι Ulver δεν τόλμησαν να ξαναπαίξουν, αφού με το ντεμπούτο τους επέλεξαν ένα σαφώς πιο «στρωτό» ήχο. Εδώ οι αναπάντεχες εναλλαγές, οι αρπισμοί πάνω από «σιδηροδρομικά» riff, οι παρανοϊκές φωνητικές ερμηνείες συνθέτουν ένα βλοσυρό αριστούργημα που απλά δε θα μπορούσε να είχε κάποια παρόμοια συνέχεια. Η αποχώρηση του μισού group μετά την κυκλοφορία του demo επισφράγισε το τέλος της πρώιμης εποχής των Ulver και άνοιξε την πόρτα για νέους πειραματισμούς με νέα μέλη.

R-372973-1274482800.jpeg

Το Bergtatt-Et eeventyr i 5 capitler” δεν αποτελεί απλά-ένα-ντεμπούτο, δεν αποτελεί απλά-άλλο-ένα-νορβηγικό-black-metal-album. Είναι η απόδειξη της ξεχωριστής φύσης αυτού του συγκροτήματος ήδη από τα πρώτα του επίσημα βήματα. Μουσικά, μιλάμε για ένα δίσκο που έδωσε σάρκα και οστά σε αυτό που λέμε folk black metal, δηλαδή αυτόν τον ιδιόμορφο συνδυασμό των παραδοσιακών μελωδιών και οργάνων (ακουστικές κιθάρες, φλογέρες) με την τραχύτητα και την ακρότητα των blastbeats και των μανιασμένων ουρλιαχτών. Στιχουργικά, μιλάμε για ένα concept (θεματικό) δίσκο που με πολύ όμορφο τρόπο εξιστορεί την ιστορία της «βουνοπαρμένης» (bergtatt). Μία κοπέλα χάνεται μέσα στο δάσος, τα troll του βουνού την παρακολουθούν, την κυνηγάνε, κι αφού σαγηνευτεί από τη φωνή που την καλεί γίνεται έρμαιο τους και μένει μια για πάντα στο βουνό. Το παραμύθι αυτό (με αναφορές στην παραδοσιακή σκανδιναβική μυθολογία) μπορεί να φαίνεται απλοϊκό, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μελοποιείται είναι υποδειγματικός. Όλα τα «εργαλεία» των Ulver (που πολλά από αυτά γνωρίσαμε στο “Vargnatt” demo) χρησιμοποιούνται την κατάλληλη στιγμή για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς της ιστορίας. Τα χορωδιακά μέρη, τα πρωτότυπα (για το είδος) κιθαριστικά lead,  οι τρυφερές ερμηνείες του Garm που με ευκολία αποδίδουν την αθωότητα του κοριτσιού και τη νοσταλγία της για τους δικούς της, όλα συνθέτουν ένα πραγματικό έργο τέχνης.  Πώς αλλιώς να περιγράψεις τον αναπάντεχο ήχο της βροντής στο “Capitel III: Graablick blev hun vaer” ή το ανατριχιαστικό μέρος που ακολουθεί όπου ακούμε τις πατημασιές της κοπέλας στο χιόνι και τα ξερόκλαδα, την ίδια στιγμή που ο Sverd κάνει τα δικά του στο πιάνο; Μιλάμε για τραγούδια που άπαξ και τα ακούσεις, απλά δεν μπορείς να τα ξεχάσεις. Δεν μπορείς να ξεχάσεις αυτές τις ερμηνείες, τόσο ώριμες για έναν τόσο νεαρό τραγουδιστή, και την τόλμη του να τραγουδήσει, εκεί που οι άλλοι απλά ούρλιαζαν. Η φωνή του Garm, το τρομερό (όπως πάντα) μπάσο του Skoll και το ουσιώδες drumming του AiwarikiaR είναι τα 3 στοιχεία που δίνουν στο “Bergtatt” αυτό το ξεχωριστό, ζεστό συναίσθημα που έρχεται σε τόσο μεγάλη αντίθεση με τα υπόλοιπα «παγωμένα» albums του νορβηγικού Βορρά. Για πολλούς αποτελεί την καλύτερη δουλειά των Νορβηγών.

3611

Ο δεύτερος δίσκος των Ulver, ονόματι Kveldssanger”, όρισε για πρώτη φορά τον απαράβατο νόμο του συγκροτήματος: αυτό το συγκρότημα δε θα βγάλει ποτέ δίσκο ίδιο με τον προηγούμενο. Εδώ, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με έναν εξ’ ολοκλήρου folk δίσκο, αφού το ηλεκτρικό στοιχείο λείπει παντελώς. Ουσιαστικά φανταστείτε τα folk στοιχεία του “Bergtatt” να κυριαρχούν. Τα τραγούδια είναι ολιγόλεπτα (μόλις τρία ξεπερνούν τα 3 λεπτά), τα περισσότερα instrumental και βασίζονται σε όμορφες, απλές μελωδίες και αρμονίες, ενώ ξεχωριστή νότα δίνει η φλογέρα και το τσέλο. Ο δίσκος σου βγάζει κάτι το εντελώς φυσιολατρικό και πρωτόγονο (το εξώφυλλο βοηθάει σε αυτό) και πολλές φορές οι μινόρε κλίμακες θυμίζουν κάτι από το σκοτάδι και τη θλίψη του ντεμπούτου. Ο Garm, εντελώς απελευθερωμένος εδώ, μαγεύει τραγουδώντας ακόμα και a capella, στήνει τις δικές του μελωδίες, «χτίζει» τα μέρη του με πολλαπλά layers ώστε να βγάζει ένα χορωδιακό feeling που συναρπάζει. Το βαρύτονο/θεατρικό στυλ του που θα το χαρακτηρίζει σε όλη του την καριέρα εδώ γίνεται για πρώτη φορά τόσο έντονο και σε κάνει να απορείς για το πόσα πολλά ακόμα έχουμε να περιμένουμε από αυτόν τον τραγουδιστή.

ulver-nattens_madrigal

Ο τρίτος δίσκος των Ulver, και τελευταίος της black metal τριλογίας τους, πρέπει να ήταν ένα σοκ για πολλούς. Σοκ για την εταιρεία τους, τη Century Media, που μάλλον επένδυσε πάνω στις αιθέριες μελωδίες των 2 προηγούμενων δίσκων και περίμενε κάτι ανάλογο. Σοκ για το black metal κοινό που μάλλον η «ελαφρότητα» του “Kveldssanger” θα πρέπει να του φάνηκε σαν κακόγουστο αστείο και αφορμή εγκατάλειψης της μπάντας. Το Nattens madrigal-Aatte hymne til ulven I manden” όλους αυτούς τους έστειλε σπίτια τους, τρομαγμένους από τη βαναυσότητα του. Οι Ulver κυκλοφορούν τον πιο ακραίο δίσκο της καριέρας τους, ένα black metal διαμάντι-ορισμό του είδους, με ήχο-ξυράφι που γρατζουνάει τις συχνότητες, ένα μπάσο εξαφανισμένο ώστε ο ήχος να είναι όσο πιο πρίμος γίνεται, δύο κιθάρες που παλεύουν για το ποια θα ξεπεράσει την άλλη σε τ(ρ)αχύτητα, έναν drummer που σχεδόν αποκλειστικά blast-άρει καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου και έναν τύπο που ουρλιάζει σαν να μην υπάρχει αύριο και σαν να μην έχει ανακαλύψει ότι η φωνή του μπορεί να κάνει και άλλα πράγματα. Ναι, το “Nattens madrigal” είναι δίσκος τύπου “Transilvanian hunger” ή “Battles in the north”, τόσο κακός κι άσχημος ακούγεται. Με μία σημαντική διαφοροποίηση: οι Ulver τη μελωδία δεν μπορούν να την αποτινάξουν από πάνω τους, όσο ακραία και να παίξουνε. Γι’ αυτό και το “Nattens madrigal”, παρ’ όλη τη δυσφορία που μπορεί να προκαλεί στους περισσότερους, δεν παύει να κουβαλάει (ή να κρύβει) μπόλικη ουσία. Η θλίψη, οι αρμονίες, όλα εδώ είναι, απλά είναι θαμμένα κάτω από κάμποσα στρώματα θορύβου. Και παραδομένα, φυσικά, στον black metal τρόπο έκφρασης, δηλαδή τις εξωπραγματικές ταχύτητες, το «ξύσιμο» στις κιθάρες κλπ. Έχει πλάκα το γεγονός ότι όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος η Century Media γρήγορα διέδωσε τη γνωστή φήμη ότι αυτός είχε ηχογραφηθεί όχι σε studio, αλλά μέσα σε ένα δάσος, και σ’ αυτό οφειλόταν ο πραγματικά «παγωμένος» και τρομακτικός ήχος του. Πραγματικά, τα λίγα δευτερόλεπτα που μεσολαβούν πριν ξεκινήσει το κάθε κομμάτι, με αυτούς τους ανατριχιαστικούς ήχους να ακούγονται στο background, το μόνο που καταφέρνουν είναι να εντείνουν ακόμα περισσότερο το «ζωώδη» χαρακτήρα αυτού του δίσκου. Λυκανθρωπία, σκοτάδι και φόβος, αυτό είναι το “Nattens madrigal”.

a0945407833_16

Μόλις ένα χρόνο μετά το “Nattens madrigal” οι Ulver μας παρουσιάζονται ως μία νέα μπάντα. Τα νορβηγικά παλιώσανε, πάνε. Το ίδιο και τα πανέμορφα ζωγραφισμένα εξώφυλλα της Tania Stene των Aghast, που τόσο χαρακτηριστικά συνόδευσαν την πρώτη περίοδο του συγκροτήματος. Η Century Media, με το που άκουσε τα demo του νέου album, τους παράτησε, αναγκάζοντας τον Garm να συστήσει τη δική του Jester Records. O κιθαρίστας Aismal δίνει τη θέση του στον Tore Ylwizaker, όχι κιθαρίστα, μα ειδικό στο programming και τους ηλεκτρονικούς ήχους γενικότερα. Μπόλικες αλλαγές, λοιπόν, για να έχουμε ένα αποτέλεσμα σαν το εξωπραγματικό Themes from William Blake’s The marriage of heaven and hell”. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: ο δίσκος είναι φιλόδοξος. Διπλός, (για άλλη μία φορά) concept, με θέμα (τι άλλο;) το έργο του William Blake “The marriage of heaven and hell”. Μουσικά, οι Ulver ρίχνουν στο μίξερ σχεδόν τα πάντα: λίγο από progressive metal, πολλά ηλεκτρονικά στοιχεία, ανδρικά και γυναικεία φωνητικά, απαγγελίες και rap-αρίσματα, πολλά μικρά instrumental μέρη, αλλά και κάμποσα, μεγάλης διάρκειας, έπη. Ίσως ο μοναδικός όρος που θα μπορούσε (μέσα στη γενικότητα του) να περιγράψει το “Themes from William Blake’s The marriage of heaven and hell” είναι «avant-garde». Γιατί μόνο ως πρωτοποριακό μπορούμε να εκλάβουμε το συγκρότημα σ’ αυτήν τη φάση της καριέρας του. Απομακρύνεται από τα ασφαλή πεδία του metal ήχου (αν, ποτέ, έπαιξαν «ασφαλές» metal οι Ulver), χρησιμοποιεί νέα εργαλεία (δηλαδή: τρόπους ηχογράφησης, όργανα, γλώσσες και στίχους) και με βάση αυτά εξερευνά νέα, ανεξερεύνητα, μέχρι εκείνη τη στιγμή, μουσικά τοπία. Ο Garm, οπλισμένος με την αυτοπεποίθηση ενός “La masquerade infernale” που κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν, εδώ μας εκθέτει ολόκληρη τη φωνητική του γκάμα. Κρίμα που μετά από αυτόν το δίσκο θα επιλέξει ένα σταθερά πιο μινιμαλιστικό και «σιωπηλό» ύφος. Στο στιχουργικό μέρος, τώρα, οι Ulver επιλέγουν η πρώτη τους αγγλόφωνη εξόρμηση να ντυθεί με ένα ήδη υπάρχον κείμενο, και δη το γνωστό έργο του William Blake. Η αλήθεια είναι ότι διαβάζοντας το (έτσι σκέτα, χωρίς μουσική υπόκρουση) μεταφέρεσαι ούτως ή άλλως «αλλού». Οι ζωντανές αναπαραστάσεις της κόλασης, οι φιλοσοφικές ερμηνείες περί καλού, κακού και ανθρώπινης φύσης, τα υπαρξιακά ερωτήματα του συγγραφέα και ό,τι άλλο βρίσκει κανείς εκεί μέσα (μη νομίζετε ότι κι εμείς τα ‘χουμε καταλάβει όλα), δίνονται με έναν τρόπο περιγραφικό που σε αναγκάζει να φτιάξεις τις αντίστοιχες εικόνες από μόνος σου. Ε, οι Ulver όλο αυτό επέλεξαν να το αποδώσουν με νότες. Οι δυναμικές που αναπτύσσονται μέσω των συνεχών και απότομων εναλλαγών των ηχητικών τοπίων, οι ειρωνικές στιχομυθίες, η «κακία» ή η αντίστοιχη αγνότητα που εκρέει από τις μελωδικές γραμμές, μάλλον έχουν μελετηθεί αρκετά πριν γίνουν κομμάτι του δίσκου. Όλη αυτή η πολυπλοκότητα, στίχων και μουσικής, έχει οδηγήσει αρκετούς στο να χαρακτηρίσουν το “Themes from William Blake’s The marriage of heaven and hell” δύσκολο και στριφνό. Πέρα από τους τολμηρούς μουσικούς πειραματισμούς, ακόμα και οι δομές των τραγουδιών απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν «συνηθισμένες». Πολλά τραγούδια αποτελούνται από ολιγόλεπτες ιδέες που μόλις πάνε να κορυφωθούν απλά δίνουν τη θέση τους στο επόμενο κομμάτι κ.ο.κ. Αυτή η αίσθηση του «ανολοκλήρωτου», προσωπικά, θεωρώ ότι είναι ένα από τα πράγματα που κάνουν το δίσκο ακόμα πιο ιδιαίτερο, αφού χωρίς να το καταλάβεις βρίσκεσαι ξαφνικά στο τελευταίο κομμάτι και αποζητάς να το ξανακούσεις όλο. Επίσης το στοιχείο της έκπληξης, το ότι δεν ξέρεις αν στο επόμενο κομμάτι θα ακούσεις beat-ια, folk αρπίσματα, progressive metal ή ambient μελωδίες, είναι κάτι που εντείνει ακόμα περισσότερο την απρόβλεπτη φύση αυτού του album. Μοναδικός δίσκος, από όλες τις απόψεις.

ulver-band-2010

Το “Themes from William Blake’s The marriage of heaven and hell” αποτελεί ΤΟ σημείο καμπής για την μπάντα. Ουσιαστικά πρόκειται για το δίσκο που δημιουργεί ένα «πριν» και ένα «μετά» στην ιστορία των Ulver. Πριν από αυτό, οι Ulver αποτελούσαν ένα πειραματικό black metal συγκρότημα. Μετά από αυτό, οι Ulver θα γίνουν το μουσικό όχημα των Garm, Tore και (λίγα χρόνια πιο μετά) Jorn Svaeren που δε θα έχει καμία απολύτως σχέση με τη metal μουσική, αλλά θα αφιερωθεί αποκλειστικά στη δημιουργία πειραματικών ήχων που θα έχουν ως βάση την ηλεκτρονική μουσική, το noise, τα soundtracks κλπ. Ο Garm κάνει ένα βήμα πίσω και αφήνει τη μουσική να μιλήσει για αυτόν, μέχρι το 2005 και την κυκλοφορία του “Blood inside” που σηματοδοτεί μία τρόπον τινά επιστροφή σε πιο φυσικούς ήχους. Αλλά μέχρι τότε, οι Ulver θα βρεθούν σε έναν οργασμό δημιουργικότητας κυκλοφορώντας σχεδόν κάθε χρονιά και από μία νέα δουλειά.

Πρώτη κυκλοφορία των «νέων» (για όσους δεν τους έμαθαν ποτέ) Ulver ήταν το Metamorphosis” EP, και για όσους δεν κατάλαβαν το  μήνυμα του τίτλου οι Ulver τα κάνουν πιο λιανά και μέσα στο booklet του δίσκου (βλέπε πρόλογος). Ακόμα πιο ξεκάθαρα γίνονται τα πράγματα, φυσικά, όταν βάλεις το CD στο CD-player. Techno περάσματα; Μικροθόρυβοι και ambient καταστάσεις; Ένας «τραγουδιστής» που αρκείται σε 2-3 στιχάκια του Arthur Rimbaud, αντί να πάρει όλο το δίσκο πάνω του; Ναι, αυτοί είναι οι Ulver του 21ου αιώνα. Κι αν το “Metamorphosis” EP ήταν απλά το πρώτο, αναγνωριστικό βήμα στα καινούρια ηχοτοπία, το επόμενο εγχείρημα πήρε διαστάσεις μεγαλείου.

R-144502-1250998435.jpeg

Το Perdition city” αποτελεί, κατά πάσα πιθανότητα, την πιο αναγνωρισμένη δουλειά της δεύτερης περιόδου των Ulver. Παρά τον πειραματικό του ήχο και τη σοκαριστική διαφοροποίηση από τα προηγούμενα albums, ο δίσκος βρήκε θερμή υποδοχή από το σύνολο του μουσικού Τύπου και οι οπαδοί τους (όσοι, δηλαδή, δεν τους παράτησαν στο “Themes from William Blake’s The marriage of heaven and hell”) μάλλον κατάλαβαν, τελικά, ότι από αυτό το συγκρότημα θα πρέπει να τα περιμένουν όλα. Το “Perdition city” προεικονίζει την soundtrack-ική προσέγγιση των Ulver στη μουσική (ο υπότιτλος του είναι “music to an interior film”) και στέκεται στην αντίπερα όχθη των «υπερβολών» του “Themes from William Blakes’ The marriage of heaven and hell”. Εδώ ο μινιμαλισμός (που θα χαρακτηρίζει έντονα τις δουλειές των Ulver από εδώ και πέρα) κατέχει περίοπτη θέση. Ο Garm π.χ. τραγουδάει (και με αυτό εννοούμε: ψιθυρίζει, μουρμουρίζει, σιγοτραγουδάει κλπ.) σε μόλις 5 κομμάτια από τα 9. Τα τραγούδια διαδέχονται το ένα το άλλο αρμονικά, χωρίς τις εκπλήξεις του προηγούμενου album και χωρίς να διαταράσσεται η ατμόσφαιρα του δίσκου. Με αυτό δεν εννοούμε ότι ο δίσκος είναι βαρετός –κάθε άλλο. Αλλά ότι έχει την ιδιότητα να σε αιχμαλωτίζει με έναν ύπουλο τρόπο, σαν ένα μουσικό background που χωρίς να το καταλάβεις συνεχίζει να ακούγεται στο μυαλό σου κι αφού έχει σταματήσει η ακρόαση. Μουσικά ο δίσκος κινείται σε trip-hop καταστάσεις συνεχίζοντας, όμως, τις noise (ή glitch, αν προτιμάτε) εξερευνήσεις, και παντρεύει με αρμονικό τρόπο samples, ηλεκτρονικά στοιχεία και όργανα σαν το πιάνο και το σαξόφωνο. Στίχοι σαν αυτοί του “Porn piece or the scars of cold kisses” είναι χαρακτηριστικοί της φύσης που θέλουν να δώσουν οι Ulver στο “Perdition city”: ένας «αστικός» δίσκος, μία περιπλάνηση στους δρόμους της πόλης (προσέξτε τους ήχους στο τέλος του “Lost in moments”). Οι φωτογραφίες του booklet συνοδεύουν θαυμάσια την ιδέα αυτή.

fot2009021210364825922178_ulver_2009

Οι Ulver (σαν τρίο πλέον) θα πειραματιστούν ακόμα περισσότερο με τα δύο επόμενα τους EP, Silence teaches you how to sing” και Silencing the singing” (κυκλοφόρησαν και σε μορφή συλλογής με το όνομα Teachings in silence”). Το πρώτο είναι ένα 24-λεπτο έπος που απορείς πώς ολοκληρώνεται χωρίς να καταντά βαρετό, ενώ αποτελείται από τόσο minimal ήχους και ιδέες. Το δεύτερο αποτελείται από τρία τραγούδια παρόμοιας φύσης που συναγωνίζονται για το ποιο θα σου κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση (νομίζω ότι οι καμπάνες του “Not saved” κερδίζουν με άνεση το στοίχημα). Θεωρώ τα δύο αυτά EP τις πλέον πειραματικές δουλειές των Ulver, δύο έργα που απέδειξαν πόσο μακριά μπορεί να φτάσει το συγκρότημα χωρίς να χάσει εκατοστό από την ποιότητα που το διακατέχει. Οι τύποι βάλθηκαν να δημιουργήσουν μουσική με βασικό concept τη «σιωπή» αυτήν τη φορά, κι αν η αντίθεση σ’ αυτήν τη φράση βγάζει μάτι, με το άκουσμα των δίσκων θα καταλάβεις πώς ακριβώς αυτό μπορεί να γίνει πραγματικότητα συνδυάζοντας τη σκοτεινή ambient μουσική με διάσπαρτες διακριτικές μελωδίες, αφηρημένες φωνητικές απόπειρες και μία υπόνοια ρυθμού. Τα ίδια, πάνω-κάτω, θα βρει κανείς και στα δύο soundtrack που κυκλοφόρησαν οι Ulver τα επόμενα δύο χρόνια, ένα για την ταινία Lyckantropen” και ένα για το Svidd neger”. Όπως καταλαβαίνει κανείς, εδώ πλέον οι Ulver βρέθηκαν για πρώτη φορά στο στοιχείο τους, αυτό που έψαχναν από το “Metamorphosis” EP ήδη. Εννοούμε ότι για πρώτη φορά απαγκιστρώθηκαν πλήρως από τις όποιες νόρμες της ελεγχόμενης τραγουδοποιίας και αφέθηκαν να δημιουργήσουν τα ηχητικά «χαλιά» που φάνηκε ότι γούσταραν εδώ και χρόνια. Το A quick fix of melancholy” EP του 2003 τερματίζει, κατά κάποιον τρόπο, την πρώτη πειραματική περίοδο της μπάντας. Όχι ότι μετά υπήρξε κάποια δραματική αλλαγή πλεύσης, αλλά σίγουρα όλος αυτός ο σκασμός από EP, soundtrack κλπ. λειτούργησε σίγουρα ως ένα test ικανοτήτων, άκρατων πειραματισμών και διεύρυνσης πεδίων που έκανε τους Ulver ακόμα πιο κατασταλαγμένους στο τι ήθελαν να πετύχουν από εδώ και πέρα σε κάθε δίσκο. Ο experimental εαυτός τους ποτέ δεν εξαφανίστηκε, αλλά ποτέ δεν έφτασε στα επίπεδα της περιόδου ’99-’03.

cover_25432102016_r

Το Blood inside” που κυκλοφόρησε το 2005 επιβεβαιώνει όλα τα παραπάνω. Ενώ είναι 100% Ulver (δηλαδή: πειραματικό, με νέα στοιχεία, μακριά από radio-friendly καταστάσεις), την ίδια στιγμή δεν κρύβει τη διάθεση του για επιστροφή σε πιο βατές μουσικές φόρμες. Το καταλαβαίνεις από τις ερμηνείες του Garm που αφήνονται να υποπέσουν ακόμα και σε «υπερβολές». Το καταλαβαίνεις από τις κιθάρες (κάποιες παιγμένες από τον παλιόφιλο Haavard) που σε σημεία δε διστάζουν να rock-άρουν. Το καταλαβαίνεις από τα drums (κάποια παιγμένα από τον ακόμα πιο παλιόφιλο Czral) που επιτέλους προσφέρουν λίγη ζωντάνια. Κυρίως, όμως, το καταλαβαίνεις από τα ίδια τα τραγούδια που είναι ακριβώς αυτό: τραγούδια. Ούτε ήχοι, ούτε ιντερλούδια, ούτε μουσικά διαλείμματα. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το “Blood inside” να βγάζει έναν πολύ progressive αέρα, αφού προσπαθεί να συγκεράσει διάφορα στυλ χωρίς να φοβάται διακυμάνσεις και διαφορές. Jazz περάσματα στο “In the red”, κλασικά θέματα στο “It is not sound”, θορυβώδεις καταστάσεις στο “Operator”, αντίστροφη κατατονική ηρεμία στο “Blinded by blood” κλπ. Είναι λες και οι Ulver ασφυκτιούσαν στις προηγούμενες δουλειές τους, αναγκάζοντας τους εαυτούς τους να μην παρεκκλίνουν από τους glitch/κινηματογραφικούς δρόμους, κι εδώ, απελευθερωμένοι, θυμήθηκαν ότι είναι ξανά συγκρότημα. Το αποτέλεσμα, όμως, παρ’ όλες τις ευφάνταστες ιδέες, αδυνατεί να φτάσει τις κορυφές των προηγούμενων κατορθωμάτων των Ulver. Ίσως η σημαντικότερη συμβολή του είναι ότι, λειτουργώντας ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, έκανε τους Ulver να «ξεδώσουν» μετά από κάμποσα χρόνια αυτοσυγκράτησης. Και το κυριότερο: τους ανάγκασε, τα επόμενα δύο χρόνια, να «μουγκαθούν» ξανά και να μας προσφέρουν ένα αριστούργημα εσωτερίκευσης και θλίψης. Ένα στυλ σύνθεσης/αντίθεσης που θα επαναλαμβάνεται σταθερά από εδώ και πέρα.

Ulver_shadowsofthesun_cover_large

Το Shadows of the sun” αποτελεί αδιαμφισβήτητα μία κορυφή στη δισκογραφία των Ulver. Η ομορφιά του (από το εξώφυλλο ήδη) σε συνεπαίρνει. Είναι ένας δίσκος ήρεμος, χωρίς ξεσπάσματα, που βασίζεται κατά ένα μέρος και σε κλασικά όργανα (πράγμα που οι Ulver θα αναπτύξουν ολοκληρωτικά στο “Messe I.X-VI.X” λίγα χρόνια αργότερα). Η μουσική χαρακτηρίζεται ως ambient με τον Garm να σιγοτραγουδάει από πάνω με ένα μπάσο στυλ που φανερώνει όλη τη ζεστασιά και τρυφεράδα της φωνής του. Τα ρυθμικά μοτίβα απουσιάζουν ολοκληρωτικά πέρα από 2-3 στιγμές, κάτι που εντείνει ακόμα περισσότερο την υπνωτιστική αίσθηση του album. Ακούγοντας το “Shadows of the sun” εκλαμβάνεις σίγουρα το στοιχείο της θλίψης και της τραγικότητας (π.χ. στο “Funebre” οι Ulver εκκινούνε από το γνωστό μουσικό θέμα του Chopin και μετά κάνουν τα δικά τους). Παρ’ όλα αυτά, τα κλασικά όργανα, η αρμονία που διακατέχει το σύνολο των τραγουδιών και οι απαλές πινελιές του σαξοφώνου, του theremin και του πιάνου δημιουργούνε μία αίσθηση ευφορίας, όσο παράταιρο και να ακούγεται αυτό. Πρόκειται, δηλαδή, για τον πιο λυτρωτικό δίσκο των Ulver. Οι στίχοι του “All the love”, ο τρόπος (σχεδόν κρατάς την ανάσα σου) με τον οποίο μπαίνει ο δίσκος με το “Eos”, το αίσθημα μεγαλείου του “Let the children go”, η απότομη, σχεδόν τρομακτική, εναλλαγή στη μέση του “Like music”, η ιστορική διασκευή στο “Solitude” των Black Sabbath, ακόμα και τα λίγα λεπτά σιωπής που υπάρχουν στο τέλος του δίσκου, όλα μαζί συνθέτουν τον καλύτερο δίσκο των Ulver της δεκαετίας (ναι, άνετα το τοποθετώ πάνω από το “Perdition city”). Όχι απλά σπανίζουν τέτοιο δίσκοι, σπανίζει αυτό το είδος της μουσικής, αυτή η οπτική στη δημιουργία. Εδώ οι Ulver δημιούργησαν κάτι μοναδικό.

ULVER-Wars-of-the-Roses

Ο επόμενος δίσκος των Ulver κυκλοφόρησε το 2011, σχεδόν 5 ολόκληρα χρόνια μετά το “Shadows of the sun”. Πριν από αυτό, όμως, θα πρέπει να σταθούμε σε μία σημαδιακή ημερομηνία, την 30η Μαΐου του 2009. Εκείνη τη μέρα, για πρώτη φορά, οι Ulver θα απαρνηθούν κάτι που υπερασπίζονταν με σθένος όλα τα προηγούμενα χρόνια: τη θέση τους ότι Ulver και ζωντανές εμφανίσεις είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα (παρ’ όλο που υπάρχουν κάποια οπτικά ντοκουμέντα για live το 1993, περισσότερα περί αυτού αργότερα στο αφιέρωμα). Αυτό το πράγμα θα καμφθεί με την απόφαση τους να δεχτούν την πρόσκληση για να εμφανιστούν ζωντανά στο Νορβηγικό Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του 2009. Η συναυλία θα στεφθεί με επιτυχία, κάτι που θα αναγκάσει τους Ulver να αναθεωρήσουν τις αρχές τους και να ξεκινήσουν κανονικά τις συναυλίες (πράγμα που συνεχίζεται μέχρι σήμερα). Η επιμονή μας στην ανάδειξη αυτού του γεγονότος δεν οφείλεται σε τίποτα άλλο από την τεράστια επίπτωση του στην ίδια τη μουσική κατεύθυνση του συγκροτήματος. Οποιοσδήποτε κι αν ήταν ο λόγος που το συγκρότημα ξεκίνησε τις live εμφανίσεις (οικονομικοί λόγοι; Άνοιγμα σε ένα ευρύτερο κοινό; Απλή αλλαγή πλεύσης;), γρήγορα φάνηκε πόσο αυτό «γλυκάθηκε» από τη live αμεσότητα και τις νέες προκλήσεις που γεννιόντουσαν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Daniel O’Sullivan, πολυοργανίστας που βοήθησε τους Ulver σε όλες τους τις πρώτες συναυλίες, γρήγορα έγινε κανονικό μέλος της μπάντας έχοντας μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το πώς ακούγεται ο επόμενος δίσκος τους, το Wars of the roses”. Ακούγοντας το, για άλλη μία φορά εξαιρετικό, δίσκο, γρήγορα συνειδητοποιείς ότι πρόκειται για τον πρώτο Ulver δίσκο που φτιάχτηκε με σκοπό να παιχτεί ζωντανά. Εκεί που το “Shadows of the sun” ήταν βουτηγμένο σε μία συγκεκριμένη ατμόσφαιρα που δε διαταρασσόταν σε κανένα δευτερόλεπτο της ακρόασης του, το “Wars of the roses” έχει τραγούδια μεμονωμένα, το καθένα με το δικό του στυλ, ευκολοάκουστα και σχεδόν «pop» για μία μπάντα σαν τους Ulver (όρος ατυχής, φυσικά, αν σκεφτούμε την καθαρή pop που θα παίξουν οι Ulver λίγα χρόνια αργότερα στο “The assassination of Julius Caesar”). Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το “Wars of the roses” είναι το πιο πιασάρικο και ταυτόχρονα πολυσυλλεκτικό album των Ulver. Π.χ. το “Norwegian gothic” (χειρότερο κομμάτι του δίσκου) είναι σαν να ξέμεινε από το “Shadows of the sun”, ενώ αμέσως πριν με το “February MMX” έχεις πάθει πλάκα με το πόσο radio-friendly (αλλά όχι άνευροι) μπορούν να ακουστούν οι Ulver, κάτι που δε μας είχαν δείξει ποτέ μέχρι τώρα. Το “Stone angels” (ακόμα πιο χειρότερο κομμάτι του δίσκου) δείχνει επίσης ένα νέο εαυτό, αφού πρόκειται για 15 λεπτά αφήγησης (πιο συγκεκριμένα, ένα ποίημα του Αμερικανού Keith Waldrop) πάνω από ασύνδετους ήχους, ambient καταστάσεις και τα ρέστα. Κάποιοι το είπαν αριστουργηματικό και ότι έχει κάτι από την αίγλη της μελοποίησης του έργου του William Blake το ’98, εγώ λέω να μην τα λέμε αυτά τα πράγματα μην πέσει φωτιά και μας κάψει. Τα “September IV”, “England” και “Island” σηκώνουν με άνεση όλο το δίσκο, αφού μπορούν και ξεχωρίζουν με τις μελωδίες τους, τις δυναμικές τους (βλέπε την τρελαμένη αλλαγή στη μέση του “September IV” όπου ακούμε το εκκλησιαστικό όργανο να beat-άρει χωρίς έλεος), τις ερμηνειάρες του Garm και το γεγονός ότι αποτελούν ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΕΣ που δε χρειάζονται και πολλές απαιτήσεις για να τις κάνεις κτήμα σου (κάτι που οι Ulver μάλλον είχαν ξεχάσει μετά από τόσα χρόνια εσωστρέφειας). Και κάπου εκεί, αλλά λίγο πιο ψηλά σίγουρα, στέκεται και το “Providence”, ένα από τα πιο συγκινητικά τραγούδια στην ιστορία των Ulver. Και όχι, δεν το λέμε αυτό γιατί σκιαχτήκαμε με τα κάτι-σαν-τρομαχτικά-ρεψίματα που κάνει άλλος ένας παλιόφιλος του Garm στο τέλος του τραγουδιού. Το λέμε λόγω του μεγαλείου που διακατέχει αυτήν τη σύνθεση από την αρχή μέχρι το τέλος. Το “Wars of the roses” είναι πολύ καλύτερο απ’ ό,τι θυμόμαστε, κι ας ξεχάστηκε λόγω του ότι δεν αποτέλεσε κάτι το ρηξικέλευθο για τη δισκογραφία των Ulver.

ulver_22

Είπαμε πριν ότι η απόφαση των Ulver να γίνουν live σχήμα επηρέασε άμεσα τον ηχητικό προσανατολισμό του “Wars of the roses”. Είπαμε, επίσης, ότι η έλευση του O’Sullivan συνετέλεσε μέγιστα σε αυτό –μάλιστα δε θα ήμασταν υπερβολικοί αν λέγαμε ότι η είσοδος του στο σχήμα θυμίζει κάτι από την είσοδο (και την αντίστοιχη ηχητική αλλαγή που έφερε) του Ylwizaker πριν πολλά-πολλά χρόνια. Δεν είμαστε σίγουροι αν αυτή η εκ νέου ανακάλυψη των μουσικών δυνατοτήτων ενός συγκροτήματος ευθύνεται και για την επόμενη, απροσδόκητη, δισκογραφική δουλειά των Ulver που ήταν ένα album διασκευών σε psychedelic rock κομμάτια του ’60(!). Η αλήθεια είναι ότι (σύμφωνα με τα λεγόμενα των ίδιων των Ulver) αυτό ήταν κάτι που για χρόνια υπήρχε στο μυαλό του συγκροτήματος, παρ’ όλα αυτά ίσως δεν είναι και τόσο τυχαίο που τελικά αυτό το album διασκευών ολοκληρώθηκε ακριβώς τη στιγμή που οι Ulver κυκλοφόρησαν τον πιο άμεσο δίσκο της ιστορίας τους και είχαν «καλομάθει» πάνω στο σανίδι. Το Childhood’s end”, όσο «παράταιρο» και να μοιάζει σε σχέση με τη φύση των Νορβηγών, τελικά όχι απλά κερδίζει τις εντυπώσεις αλλά δικαιώνει το συγκρότημα για αυτήν του την επιλογή. Τα τραγούδια (που τα περισσότερα, βέβαια, είναι τραγουδάρες από μόνα τους) ερμηνεύονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με έναν αέρα νοσταλγίας και παιδικής αθωότητας, και εμείς χορταίνουμε, επιτέλους, έναν Garm που ερμηνεύει σαν κανονικός τραγουδιστής για ένα ολόκληρο full-length. Κι αν διασκεδάζουμε εμείς ακούγοντας το, φανταστείτε πόσο το διασκέδασαν οι ίδιοι οι Ulver για να φτάσουν να το ερμηνεύσουν σχεδόν ολόκληρο στη ζωντανή τους εμφάνιση στο Roadburn Festival εκείνη τη χρονιά!

Ulver_Messe_I.X-VI.X_cover

Για το Messe I.X-VI.X” τα έχουμε γράψει εκτενώς εδώ, οπότε δε θα επαναλάβουμε τα ίδια. Μετά από ένα δίσκο σαν το “Wars of the roses” ήταν λογικό ότι οι Ulver θα κάνουν μια βουτιά προς τα μέσα. Ήταν λογικό ότι ο Garm θα κάνει πίσω και θα αφήσει να μιλήσει η μουσική για αυτόν. Μια μουσική που για πρώτη φορά έχει μία τόσο κλασική πινελιά, με την Tromso Chamber Orchestra να δίνει σάρκα και οστά στις δημιουργικές μεγαλομανίες των Ulver. Έχουν περάσει 4 χρόνια από την κυκλοφορία του δίσκου και μπορεί ο αρχικός ενθουσιασμός να έχει καταλαγιάσει, αλλά ο δίσκος προσφέρει ακόμα ρίγη συγκίνησης, ιδίως στα “As Syrians pour in, Lebanon grapples with ghosts of a bloody past” (τίτλος «απαλλοτριωμένος» από τα ειδησεογραφικά δελτία των ημερών εκείνων), “Son of man” και Mother of mercy”. Το “Messe I.X-VI.X” είναι, βασικά, ακριβώς αυτό που θα θέλαμε από τη σύμπραξη μίας συμφωνικής ορχήστρας με τους Ulver.

ulver_band_wall_glasses_beard_12606_1920x1080

Τον αμέσως επόμενο χρόνο (2014) οι Ulver κυκλοφόρησαν άλλον έναν ιδιαίτερο δίσκο. Το Terrestrials” είναι ένας ξεχωριστός δίσκος όχι μόνο από μουσικής άποψης (τρία τεράστια τραγούδια με ambient/drone/noise χαρακτήρα), αλλά κι επειδή αποτελεί γέννημα της συνεργασίας μεταξύ των Ulver και των Αμερικανών Sunn O))). Όσοι περίμεναν ότι από ένα τέτοιο project θα έβγαινε ο δίσκος που θα άλλαζε το ρου της μουσικής ιστορίας, μάλλον έμειναν με τον καημό, αφού το “Terrestrials” ξεχάστηκε τόσο γρήγορα όσο εμφανίστηκε. Όσοι αρέσκονται στο πειραματικό στυλ των Sunn O))) (αλλά και των soundtrack-ικών Ulver) θα βρούνε τις στιγμές τους στο “Terrestrials”, αλλά η αλήθεια είναι τίποτα το αξιοπρόσεκτο δε βρήκαμε εκεί μέσα (πέρα, ίσως, από το “Eternal return”).

ATGCLVLSSCAP

Η ορμή που πήρανε οι Ulver από την ταυτόχρονη έλευση του O’Sullivan και την έναρξη των live εμφανίσεων δεν αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό των δουλειών τους που αυξήθηκε κατακόρυφα από το ’11 και μετά (και θυμίζει τον οργασμό κυκλοφοριών της περιόδου ’99-’03), αλλά και στη διάθεση τους να εξερευνήσουν ολοένα και περισσότερα πράγματα. Αφού, λοιπόν, «ξέδωσαν» με το “Wars of the roses”, αφού έβγαλαν τα παιδικά τους απωθημένα με το “Childhood’s end” και αφού πειραματίστηκαν με κλασικά όργανα (“Messe I.X-VI.X”) και περίεργες συνεργασίες (“Terrestrials”), είπαν να κάνουν την υπέρβαση και για τον επόμενο δίσκο τους να βασιστούν εξ’ ολοκλήρου στις live δυνατότητες τους. Μία άλλη μπάντα απλά θα κυκλοφορούσε ένα live δίσκο. Αλλά όχι οι Ulver. Οι Ulver, με το ATGCLVLSSCAP” (τα γράμματα αντιστοιχούν στα 12 ζώδια), κυκλοφόρησαν ένα studio album που βασίζεται στους ηχογραφημένους αυτοσχεδιασμούς 12 συναυλιών που έδωσαν για αυτόν ακριβώς το σκοπό. Τα τραγούδια του “ATGCLVLSSCAP” βασίζονται σε παλιότερες (“England’s hidden”, “Glammer hammer”, “Moody stix”, “Nowhere (sweet sixteen)”, “Ecclesiastes (a vernal catnap)”) και σε νεότερες ιδέες. Κοινή συνισταμένη όλων, η έφεση προς τον αυτοσχεδιασμό, το jam-άρισμα, το «άπλωμα» των συνθέσεων. Το “ATGCLVLSSCAP” είναι ιδιόμορφος δίσκος, με διακυμάνσεις, και πώς αλλιώς θα γινόταν όταν μιλάμε για διάσπαρτα ηχογραφημένα μέρη από live εμφανίσεις που μέσω «κοπτοραπτικής» έγιναν κανονικό album. Παρ’ όλα αυτά το CD δεν κάνει κοιλιά σε πολλά σημεία και μάλιστα δεν είναι λίγες οι φορές που ενθουσιάζεσαι με αυτό που ακούς (π.χ.  με το “Cromagnosis” που έχει έναν απίστευτο 70’s space rock αέρα, με τα τέλεια κρουστά που μπαίνουν σε διάφορες στιγμές και δίνουν μία oriental γεύση, με το συναρπαστικό, θλιμμένο πιάνο που σε στιγμές θυμίζει τις καλύτερες minimal στιγμές των Burzum/Mortiis, με το synth που κάνε τα δικά του κ.ά.). Αν υπήρχε και η αυτοσυγκράτηση ώστε κάποια τραγούδια να μην «ξεχειλώνουν» και αν ο Garm δε φοβόταν να χώσει και ο ίδιος κανέναν αυτοσχεδιασμό (ο δίσκος είναι ουσιαστικά instrumental), θα μιλούσαμε για έναν πολύ-πολύ καλό δίσκο.

a2575559421_10

Την ίδια χρονιά (2016) οι Ulver κυκλοφόρησαν άλλο ένα soundtrack, αυτήν τη φορά για την ταινία Riverhead”. Εμείς θα ασχοληθούμε, όμως, με το φετινό τους (και τελευταίο μέχρι στιγμής) δημιούργημα που ακούει στο (πρωτότυπο) όνομα The assassination of Julius Caesar”. Πιστοί στο «κυκλικό» μοντέλο δημιουργίας που έχουν υιοθετήσει οι Ulver εδώ και χρόνια (δηλαδή: τα minimal/χαλαρά album ακολουθούνε τα πιο έντονα/δυναμικά κ.ο.κ.), στο “The assassination of Julius Caesar” ξεδίνουν παίζοντας καθαρή synth-pop χωρίς καμία αναστολή. Σίγουρα μιλάμε για τον πιο πιασάρικο (μέχρι αηδίας) Ulver δίσκο, σε σημείο που μάλλον οι τύποι ήθελαν απλά να σπάσουν πλάκα με το πόσο εύκολα μπορούν να γίνουν ραδιοφωνικοί αν το θελήσουν. Και όλα αυτά χωρίς να κάνουν καμία έκπτωση στην ποιότητα που τους διακατέχει. Με άνεση δημιούργησαν ένα δίσκο που δεν περιέχει κανένα filler, αντίθετα και τα 8 κομμάτια συναρπάζουν, το καθένα για τους δικούς του λόγους. Τα “So falls the world”, “Angelus Novus” και “1969” μάλλον θα ανταμείψουν περισσότερο τον ακροατή που έχει συνδεθεί με τις πιο συναισθηματικές στιγμές των Ulver, ενώ παρόμοιες ανατριχίλες προσφέρει και το “Coming home” που κλείνει το δίσκο με το μαγευτικό σαξόφωνο. Το “Southern gothic” μοιάζει λες και βγήκε απ’ το “I’m your man” του Leonard Cohen και μαζί με το “Nemoralia” δίνουν το ηχητικό στίγμα του δίσκου. Το ίδιο κάνουν και τα “Rolling stone” και “Transverberation”, απλά με ακόμα πιο ελαφρύ και easy-listening τρόπο (και λίγο πιο αδιάφορο, αν θέλετε τη γνώμη μου). Η παραγωγή του album είναι κι αυτή αξιοπρόσεκτη (έβαλε και ο Youth των Killing Joke το χεράκι του στη μίξη) και αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά του δίσκου. Όσο για τον Garm, για άλλη μία φορά αποδεικνύει ότι μπορεί να τραγουδήσει πραγματικά τα πάντα. Όταν αποφασίζει να μη χαλιναγωγήσει καθόλου τον εαυτό του γίνεται εύκολα ο πρωταγωνιστής των Ulver και μαγεύει είτε μόνος, είτε σε συνδυασμό με τα γυναικεία φωνητικά που υπάρχουν σε δύο κομμάτια. Στιχουργικά, βέβαια, ο δίσκος φαντάζει αρκετά αλλοπρόσαλλος αφού υπάρχουν αναφορές σε διάφορα ιστορικά γεγονότα άσχετα μεταξύ τους, από τον εμπρησμό της Ρώμης από το Νέρωνα μέχρι το θάνατο της Diana και της Sharon Tate. Δεν ξέρω τι είχαν στο μυαλό τους οι Ulver με αυτό, αλλά εμένα μου βγάζει μία στοχευμένη «παραφωνία» το να συνδυάζεις τόσο χαλαρή μουσική με πιο σκοτεινά ή και αφηρημένα στιχουργικά θέματα (π.χ. το “Angelus Novus” έχει προφανείς αναφορές στις σκέψεις του ίδιου του Walter Benjamin για τον ομώνυμο πίνακα του Paul Klee). Μπορεί, βέβαια, όλο αυτό να είναι και τυχαίο. Το μόνο «αρνητικό» με το “The assassination of Julius Caesar” είναι η ίδια η ταυτότητα του: ο pop χαρακτήρας του, μετά από πάααρα πολλά χρόνια, λειτούργησε ως ένα στοιχείο-σοκ για το συγκρότημα και τη φήμη του. Και εδώ υπάρχει ο φόβος ότι αυτό το στοιχείο-σοκ μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος της ποιότητας και της ουσίας που υπάρχει στο δίσκο. Με τον ίδιο, δηλαδή, τρόπο που το “Nattens madrigal- Aatte hymne til ulven I manden” έμεινε στην ιστορία ως το extreme/grim/black metal CD των Ulver (αντί να το θυμόμαστε για τη σοκαριστικά βάναυση μουσικότητα του) και το “Perdition city” ως το CD-που-οι-Ulver-έγιναν-ηλεκτρονικοί (αντί να το θυμόμαστε για την εμπνευσμένη πειραματικότητα του), έτσι και το “The assassination of Julius Caesar” θα γίνει γνωστό απλά γιατί «εδώ οι Ulver παίξανε pop». Και αυτό είναι ό,τι χειρότερο για ένα δίσκο του δικού του διαμετρήματος.

Ulver

Για το τέλος, 2-3 ενδιαφέροντα πράγματα που μπορεί κανείς να βρει στο Youtube:

Ξεκινάμε με αυτό που κυκλοφόρησε σαν The Norwegian National Opera” DVD. Οι Ulver, σε μία από τις πρώτες τους συναυλίες, μαγεύουν από κάθε άποψη. Η ατμόσφαιρα είναι κατανυκτική, παραδόξως η αντι-συναυλιακή μουσική των Ulver αποδίδεται άψογα ζωντανά και τα οπτικά εφέ προσθέτουν μία αίσθηση μοναδικότητας στο όλο project. Το βλέπεις και ταξιδεύεις.

Ένα πραγματικά απίστευτο ντοκουμέντο που δείχνει τους Ulver το 1993 (!) παίζουν κομμάτια του “Vargnatt” demo. Το site τους δεν αναφέρει άλλες συναυλίες από εκείνη την εποχή, οπότε έχει γούστο αυτή να ήταν η πρώτη και τελευταία συναυλία του συγκεκριμένου line-up! Όπως και να ΄χει η συναυλία είναι απολαυστική και το στήσιμο τους cult, από τον Garm που σ’ όλη τη διάρκεια έχει τα χέρια σταυρωμένα μέχρι το Haavard που κάθεται (!) πιο πίσω με την κλασική κιθάρα. Ο ήχος και η εικόνα είναι σε ανεκτά επίπεδα.

Φυσικά δεν μπορούμε να αφήσουμε απ’ έξω και αυτό το video που θα φέρει χαμόγελα ευτυχίας σε όσους παραβρέθηκαν εκείνο το βράδυ στο Gagarin. Οι Ulver (βασικά ο Garm με διάφορα μέλη εγχώριων black metal συγκροτημάτων), αφού έχει τελειώσει το κανονικό set, βγαίνουν για encore και παίζουν το “ I troldskog faren vild” από το “Bergtatt” και ο κόσμος (όσοι, τέλος πάντων, το ήξεραν) τρελαίνεται.

Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη των Garm και Svaeren την εποχή του “Lyckantropen” soundtrack.

0bddda110a1ae143918c7c87f02fa3bf47e574ca

Ένα μικρό θεματάκι πριν κλείσουμε αυτό το καταπληκτικό αφιέρωμα: η παραπάνω φωτογραφία των Ulver είχε προκαλέσει σκάνδαλο στην εποχή της. Λίγο μετά το “Nattens madrigal”, κι ενώ όλοι οι black metal-άδες διαγωνίζονταν για το ποιος θα βάλει το περισσότερο (και πιο ευφάνταστο) corpsepaint στη μούρη του, οι Ulver φωτογραφίζονται με Armani και ακριβά αυτοκίνητα. Τότε, αυτό ήταν άλλη μία απόδειξη για το πόσο απενοχοποιημένη και μη-safe ήταν αυτή η μπάντα. Το αλαζονικό και νεόπλουτο ύφος τους έσταζε ειρωνεία προς όλους (τη (σύντομα πρώην) εταιρεία τους, τους (σύντομα πρώην) οπαδούς τους) και ταίριαξε γάντι με τις υπερβολές του “Themes from William Blake’s The marriage of heaven and hell”. Σήμερα προτείνω στους Ulver να φωτογραφηθούν ξανά στο ίδιο στυλ, αυτήν τη φορά όχι για να συνοδέψουν κάποιο μουσικό θέμα, αλλά για να κοτσάρουν τη φωτογραφία κάτω από το ελεεινό κείμενο τους που βγάλανε το 2012 ονόματι The art of dying (υπάρχει στο επίσημο site τους). Εκεί, με λίγα λόγια, οι Ulver κλαίγονται που τόσα χρόνια δε βλέπουν φράγκο από τη μουσική τους λόγω όλων των «κακών ενδιάμεσων» (βλέπε δισκογραφικές, εταιρείες, managers, tour agents κλπ.) και αποφασίζουν ότι… CD τέλος! Περίπου, δηλαδή: κάποια περιορισμένα κομμάτια θα υπάρχουν για όσους θέλουν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, αλλά όλοι οι υπόλοιποι ας αγοράσουν τα MP3 απευθείας από την μπάντα. Το οικτρό, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι ότι τιμολογείται το MP3. Διαφωνούμε, δηλαδή, με αυτούς που λένε ότι η μουσική δεν είναι εμπόρευμα και το MP3 είναι «αέρας» (άρα δεν πληρώνουμε για αυτό). Όχι, μια χαρά εμπόρευμα είναι και η μουσική, αλλιώς δε θα υπήρχε και η μουσική βιομηχανία (με όποια μορφή υπάρχει αυτή σήμερα). Ούτε θεωρούμε το πιο οικτρό της ανακοίνωσης ότι και πάλι συντηρείται η λογική των «περιορισμένων κομματιών» που το μόνο που καταφέρνουν είναι να βγάζουν κέρδος ακριβώς από αυτήν τη σπανιότητα. Το πιο οικτρό με τους Ulver είναι ότι την πέφτουν στους ίδιους τους οπαδούς, παρομοιάζουν τους downloaders (κι εγώ τέτοιος είμαι, μόνο δύο CD έχω αυθεντικά) με τα αρπακτικά της μουσικής βιομηχανίας και διαχωρίζουν τους οπαδούς τους σε “true” (οι οποίοι θα πληρώνουν τα MP3 και (άκουσον άκουσον!) αν θέλουν θα αναγνωρίζονται και για αυτό ονομαστικά) και «κλέφτες». Συγχαρητήρια, λοιπόν, στους Ulver που απέδειξαν με τη στάση τους ότι όλα τα παραπάνω που γράφουμε για μουσικές, συναισθηματισμούς, ιστορικότητες κλπ. είναι κούφια λόγια, αφού ο κινητήριος μοχλός, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι κάποια ανάγκη για δημιουργία ή η εξωτερίκευση των συναισθημάτων τους μέσω της μουσικής (και η επικοινωνία αυτών με άλλους ανθρώπους), αλλά ο βιοπορισμός τους. Και μάλλον όταν χάνονται φράγκα, χάνεται και η έμπνευση με κάποιον τρόπο! Συγχαρητήρια, λοιπόν, στους Ulver για την ειλικρινή τους στάση, αλλά να ‘χουν κατά νου ότι εποχές των Corvette και των Armani τελειώσανε. Τελειώσανε, κύριοι!

ULVER_Shirt_Valnoir

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s