Fates Warning

January 16, 2017

Fates Warning

fates-warning

Όταν ήμασταν μικροί μάθαμε ότι τα κορυφαία progressive metal συγκροτήματα ήταν 3: Dream Theater, Queensryche, Fates Warning (με αυτήν τη σειρά…). Οι πρώτοι γρήγορα έγιναν ο ορισμός του όρου: τεχνική μουσική, πολύπλοκα μέτρα και ρυθμοί, τεράστιες συνθέσεις. Οι δεύτεροι ουσιαστικά πάντα μπαλάτζαραν σε διάφορα είδη, ανάλογα και με το τι «ακουγόταν» κάθε εποχή –πολλές φορές με εξαίσια αποτελέσματα. Και οι τρίτοι; Οι τρίτοι πάντα ακολουθούσαν ένα δικό τους  δρόμο, πραγματικά μακριά από κάθε μόδα και πραγματικά χωρίς να ενδιαφέρονται αν αυτό που παίζουν πληρεί τους όρους του «progressive» ή όχι. Κατά γενική ομολογία ήταν οι πιο συναισθηματικοί εκ των τριών, οι πιο «εσωτερικοί» και σκοτεινοί (αν εξαιρέσουμε, φυσικά, το “Promised land” που όλα αυτά τα κάνει μια μπουκιά και τα τρώει), και γι’ αυτό μας αρέσουν ιδιαίτερα. Επίσης δεν μπορούσαν να κρατήσουν μία ίδια μουσική κατεύθυνση για πάνω από 2-3 albums, και γ’ αυτό μας αρέσουν πολύ. Τέλος, οι στίχοι τους είναι είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο από μόνοι τους, άλλο ένα στοιχείο που μας αρέσει (και μας συγκινεί) πολύ.  Ήρθε ο καιρός, λοιπόν (με αφορμή την κυκλοφορία του πολύ δυνατού “Theories of flight”), για ένα αφιέρωμα στους τεράστιους Fates Warning, τη μουσική και τους στίχους τους. Προσδεθείτε και πάμε.

Οι heavy metal μέρες

Όπως όλα τα σωστά συγκροτήματα, πριν οι Fates Warning βρουν τον προσωπικό τους ήχο, ξεκίνησαν παίζοντας σαν τα είδωλα τους, δηλαδή τους Maiden. Το ντεμπούτο τους, Night on Brocken”, είναι ένα έξοχο παράδειγμα μιας μέτριας μπάντας που άκουγε πολύ Iron Maiden, ο τραγουδιστής της (John Arch) θα ήθελε να ακούγεται σαν τον Dickinson και το αποτέλεσμα κινείται γενικά μέσα στα όρια αυτού που αποκαλούμε 80’s U.S. metal. Ο όρος προκαλεί ρίγη συγκίνησης σε πολλούς, όχι απλά για το cult του θέματος (μακριά από μας τέτοιες ιδεοληψίες), αλλά για την παραγωγή πραγματικών διαμαντιών (βλέπε “The warning”, “Titan Force”, “Hall of the mountain king”, “Into the mirror black” λίγο πιο μετά κ.ά.). Για κάποιο λόγο οι Fates Warning (όπως και πολλοί άλλοι) κόλλησαν τη ρετσινιά του «power», κάτι ακατανόητο για μένα, αφού βρίσκω το στυλ τους πολύ πιο κοντά στον κλασικό, heavy ήχο με επικές καταβολές. Όπως είπαμε, το ντεμπούτο δεν αξίζει μνημόνευσης με την εξαίρεση του έπους “Damnation”, ένα λυρικό διαμάντι που δείχνει ότι τελικά αυτό το άγουρο συγκρότημα έχει προδιαγραφές.

Προδιαγραφές που γιγαντώθηκαν με τον επόμενο δίσκο, το απίστευτο The spectre within”, έναν από τους πιο αγαπημένους μου heavy metal δίσκους όλων των εποχών. 7 τραγούδια πρώτης ποιότητας, επικά, μελωδικά, με ένα πλήθος διαφορετικών riffs και φωνητικές ερμηνείες που αν και σε σημεία είναι αφόρητες (η φωνή του Arch μάλλον είναι μόνο για τους σκληροπυρηνικούς του είδoυς) έγραψαν ιστορία. Μα πώς να μη γοητευτείς από τις επιβλητικές καμπάνες στην εισαγωγή του “Traveler in time”, το υπερ-θλιμμένο riff του “Epitaph” ή τη γενικότερη εξέλιξη του έπους “The apparition”; Μιλάμε για τραγούδια άφθαρτα στο χρόνο που θα πορώσουν όποιον ψάχνει αγνό, μελωδικό heavy metal με προσωπικότητα. Στα συν του δίσκου ότι από εδώ και πέρα οι Fates αρχίζουν να «χτίζουν» τις συνθέσεις τους με περισσότερες ιδέες κάτι που μας προϊδεάζει για το progressive μέλλον του συγκροτήματος.

ll

Πριν, όμως, φτάσουμε σ’ αυτήν την περίοδο του συγκροτήματος, υπάρχει άλλος ένας δίσκος, το (αγαπημένο πολλών) Awaken the guardian”. Πρέπει να είμαι από τους λίγους που προτιμώ τον προκάτοχο του, παρ’ όλα αυτά μιλάμε και εδώ για ένα δίσκο εξαιρετικό. H αλήθεια είναι ότι και οι δύο δίσκοι κινούνται στο ίδιο μουσικό πλαίσιο, οπότε δεν υπάρχουν απογοητεύσεις. Και πώς να υπάρξουν, όταν μιλάμε για κομματάρες όπως τα “Fata Morgana”, “Guardian” ή “Exodus” (τρελή ομοιότητα το refrain με το “Eye of the tiger”, ε;); Ψεγάδι κι εδώ δεν υπάρχει, πρόκειται για δίσκο αντάξιο της εποχής και του στυλ του.

Η progressive περίοδος

To line-up είχε ήδη διαταραχτεί μία φορά με την αντικατάσταση του Arduini (κιθάρα) από τον Aresti. Παρ’ όλα αυτά, η πιο δραματική αλλαγή, αυτή που θα σημάδευε μία για πάντα το συγκρότημα, συνέβη στον επόμενο δίσκο, το No exit”. Αντίο John Arch, καλώς ήρθες Ray Alder. Οι κορώνες καλά κρατούν κι εδώ, μιας και ο λαός ακόμα ζητούσε υψίφωνους. Δυστυχώς θα περιμέναμε ακόμα μέχρι αυτός ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑΡΑΣ να μας δείξει όλο το εύρος της φωνής και της αισθαντικότητας του. Ωστόσο θα ήμασταν άδικοι αν δε σημειώναμε την ποιότητα και τη σημαντικότητα αυτού του δίσκου, μιας και πρόκειται για το πρώτο album των Fates που κινήθηκε σε νέα μουσικά μονοπάτια, πιο prog, πιο τεχνικά, πιο «δύσκολα» για το κοινό αυτί. Ο Matheos φανερώνει για πρώτη φορά τα μεγαλεπήβολα σχέδια του συνθέτοντας το πρώτο του «έπος», το (αποτελούμενο από 8 μέρη) “The ivory gate of dreams”. Ο Aresti λάμπει κι αυτός, όχι μόνο με τις δυνατότητες του στην κιθάρα, αλλά και αναλαμβάνοντας ένα σημαντικό κομμάτι της σύνθεσης (στίχων και μουσικής). Γενικά το “No exit” αποτελεί μία τομή σε σχέση με τις παλιότερες δουλειές των Fates, είναι πιο πολύπλοκο, έχει thrashy παραγωγή, σοβαρότερους στίχους και, το κυριότερο, πολύ πιο εξελιγμένες φωνητικές γραμμές (νομίζω αυτό ήταν ένα από τα κύρια μειονεκτήματα του Arch). Ο Alder πραγματικά ανεβάζει το, ούτως ή άλλος ποιοτικό, σύνολο ένα σκαλί παραπάνω, πράγμα που το καταλαβαίνεις μεμιάς σε κομμάτια όπως τα “In a word” και “Silent cries”. Πάντως να προειδοποιήσουμε τυχόν prog freaks ότι οι Fates Warning του “No exit” είναι μία μπάντα ακόμα στο μεταίχμιο: ναι μεν κοιτάζουν μπροστά, αλλά δεν έχουν αποτινάξει τις 80’s επιρροές τους, βλέπε γκαζωμένα riff, υψίφωνες ερμηνείες κλπ. Για «καθαρό» progressive ψάχτε από εδώ και κάτω.

fates-warning_photo04

Ο ερχομός του drummer Mark Zonder (πρώην Warlord) αποτέλεσε την καθοριστική αλλαγή στον ήχο των Fates Warning. Το υπερ-τεχνικό στυλ του κυρίου σε συνδυασμό με τις άπιαστες ικανότητες του Joe DiBiase στο μπάσο έφτιαξαν ένα rhythm section που θα μνημονεύεται στον αιώνα τον άπαντα. Πρώτη απόδειξη περί αυτού (και της γενικότερης εξέλιξης των Fates), ο επόμενος δίσκος, το Perfect symmetry”, ίσως το πιο χαρακτηριστικό progressive metal album των Fates, και σίγουρα ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους το ιδιώματος την εποχή που αυτό έπαιρνε τα πρώτα του χαρακτηριστικά, εκεί στις αρχές των 90’s. Ο ήχος «καθαρίζει» αισθητά, οι ερμηνείες του Alder είναι λιγότερο υπερβολικές σε σχέση με το “No exit” (αν και τις ρίχνει ακόμα τις κορώνες του), η μουσική κινείται πλέον σε δαιδαλώδεις δρόμους και οι στίχοι γίνονται ακόμα πιο ενδοσκοπικοί. Οι επιρροές των τεράστιων Rush αρχίζουν να φαίνονται όλο και πιο πολύ (βλέπε “At fates hands”), όπως και (δυστυχώς) κάποιες τάσεις προς πιο εμπορικούς/μελωδικούς δρόμους (“Through different eyes” και η μπαλάντα “Chasing time”), κάτι που θα συνεχιστεί και για τα επόμενα δύο albums. Η ουσία, κατ’ εμέ, του “Perfect symmetry” βρίσκεται σε κομμάτια που δε φοβούνται να «σκοτεινιάσουν» (“Static acts”, “A world apart”), σε τραγούδια με ρηξικέλευθες ιδέες (“Part of the machine”) και σε συνθέσεις που δε φοβούνται να «μεγαλώσουν» για να δείξουν όλο τους το μεγαλείο (“Nothing to say”). Γενικά μιλάμε για ένα album-ταυτότητα του ιδιώματος που αξίζει να τσεκαριστεί απ’ όλους.

Ο επόμενος δίσκος των Fates Warning, ονόματι Parallels”, θεωρείται ο κλασικότερος τους, καθώς κι ένα από τα καλύτερα 90’s metal album. Το συγκρότημα κάνει μία σαφή στροφή σε πιο εμπορικούς δρόμους απλοποιώντας τις συνθέσεις του, κάνοντας τις πιο ευκολοάκουστες και μπολιάζοντας τα κομμάτια με μελωδίες. Μην πάει ο νους σας στο κακό με όλα αυτά. Ο progressive χαρακτήρας σε γενικές γραμμές αφήνει ακόμα το στίγμα του, ενώ ο μελωδικός τόνος είναι ποιοτικότατος και εμπνευσμένος, καμία σχέση με sold-out καταστάσεις. Ξανά, νομίζω ότι τα hits του δίσκου, “Eye to eye” και “Point of view”, υστερούν σε σχέση με κομματάρες όπως τα “Leave the past behind”, “The road goes on forever” και, κυρίως, την απόλυτη κομματάρα “The eleventh hour”, ίσως το καλύτερο κομμάτι των Fates ever. Ο δίσκος είναι τέρμα συναισθηματικός (με στίχους που σε κόβουν στα δύο) και φανερώνει ότι οι Fates Warning είναι προορισμένοι για κάτι πολύ παραπάνω από ένα απλό, «άψυχο», progressive metal συγκρότημα που ενδιαφέρεται περισσότερο για την τεχνική, παρά για την ουσία.

normal_fates_warning

Το κακό με τους επιτυχημένους δίσκους (και το “Parallels” ήταν ένας τέτοιος) είναι ότι βάζουν το συγκρότημα στον πειρασμό να τους επαναλάβει. Και ο Fates υπέπεσαν σε αυτό το παράπτωμα για μία και μοναδική φορά στην καριέρα τους δημιουργώντας το Inside out”, το μικρό (και φτωχό) αδελφάκι του “Parallels”. Ο δίσκος σε καμία περίπτωση δεν είναι κακός (είπαμε, τέτοιος όρος δεν υφίσταται για τη δισκογραφία των Fates), ιδίως αν ακουστεί «αποστασιοποιημένα» από τα υπόλοιπα albums του συγκροτήματος. Αλλά οι αδυναμίες του φαίνονται αμέσως όταν συνειδητοποιείς ότι  πολλές σημεία ακούγονται σαν αναμασημένες ιδέες του “Parallels”. Οι στιγμές που πραγματικά οι Fates να μεγαλουργούν και να σε συνεπαίρνουν (γιατί κάτι τέτοιο ζητάμε από συγκροτήματα του βεληνεκούς τους) είναι ελάχιστες και περιορίζονται σε κομμάτια όπως το εναρκτήριο “Outside looking in” και το, πραγματικά τέλειο, “Monument”. Από εκεί και πέρα ενδιαφέρουσες ιδέες υπάρχουν διάσπαρτες σε πολλά κομμάτια (“Pale fire”, “Island in the stream”, “Shelter me” κ.ά.), αλλά συνολικά το συγκρότημα βγάζει έναν αέρα επανάληψης. Μάλλον είχε έρθει ο καιρός για δραστικές αλλαγές.

Matheos κι άγιος ο θεός

Ο Jim Matheos ήταν αδιαμφισβήτητα η κεντρική φιγούρα στο συγκρότημα από την πρώτη στιγμή. Παρ’ όλα αυτά, αν προσέξει κανείς τα credits των δίσκων θα δει ότι και ο Arduini, αλλά κυρίως ο Frank Aresti, ανέλαβαν ένα σημαντικό κομμάτι της σύνθεσης σε διάφορους δίσκους του συγκροτήματος. Με την κυκλοφορία του “Inside out” οι Aresti και DiBiase θα αποχωρήσουν από το συγκρότημα, κάτι που έμελλε να αλλάξει τον ήχο του συγκροτήματος μια για πάντα. Ο Matheos αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου τα ηνία του συγκροτήματος και, ευτυχώς, δε διστάζει να αλλάξει δραματικά το μουσικό του στυλ. Δεν ξέρω τι αντίκτυπο είχε το A pleasant shade of grey” όταν κυκλοφόρησε, αλλά μάλλον μιλάμε για ένα σοκ άνευ προηγουμένου στους οπαδούς τους. Το progressive metal όπως το ξέραμε πέθανε, όπως πέθαναν και οι (όποιες) εμπορικές βλέψεις. Μιλάμε για τον πιο σκοτεινό, καταθλιπτικό και εσωτερικό δίσκο του συγκροτήματος, ένα αριστούργημα που όσες φορές και να «βουτήξεις» μέσα του παραδίνεσαι στην ανατριχιαστική στιχουργική δουλειά του Matheos, στις απίστευτα συναισθηματικές ερμηνείες του Alder και στη γενικότερη, τόσο χαρακτηριστική και μοναδική, φύση του album. Ένας δίσκος-ένα κομμάτι που χωρίζεται σε 12 μέρη, ένα concept που μοιάζει να μιλά για τη ζωή σου και τις εμπειρίες σου, μουσικά μέρη που επαναλαμβάνονται όταν πρέπει, ένα rhythm section που βγάζει μάτια με τις ρυθμικές του επιλογές, ένας κιθαρίστας που απαρνήθηκε τα solo για χάρη της ουσίας. Ό,τι και να πούμε είναι λίγο, το “A pleasant shade of grey” είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα στην ιστορία της μουσικής που δεν περιγράφεται, απλά βιώνεται. Σταματάμε εδώ πριν γίνουμε περισσότερο γραφικοί.

gg

Η έλευση της νέα χιλιετίας βρίσκει και πάλι τους Fates Warning σαν τριάδα (πάντα με τη session βοήθεια του μπασίστα Joey Vera) να εξερευνούν νέα ηχοτοπία, μακριά από προβλέψιμες οδούς. To Disconnected” δεν αποτελεί απλά άλλο ένα κομψοτέχνημα που αποδεικνύει την ιδιαίτερη φύση αυτής της μπάντας, αλλά έναν από τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας γενικά. Και πάλι σκοτεινοί, και πάλι εσωτερικοί, πολύ πιο heavy (ένα στοιχείο που θα πάρει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις τα επόμενα χρόνια), οι Fates Warning φαίνονται να έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά και ενσωματώνουν νέα εργαλεία στον ήχο τους με μεγάλη επιτυχία (βλέπε ηλεκτρονικά στοιχεία, επιρροές από Tool, ανατολίτικες μελωδίες κλπ.). Ο δίσκος αποτελείται ΜΟΝΟ από κομματάρες (θα ήταν π.χ. άδικο να σταθούμε μόνο στο hit “One” ή το έπος “Still remains”), έχει άψογη ροή και είναι χαρακτηριστικός του μοναδικού ήχο των Fates Warning από την αποχώρηση των Aresti-DiΒiase κι έπειτα.

Όπως έχουμε ξαναπεί οι Fates αδυνατούσαν να κρατάνε ένα συγκεκριμένο στυλ μουσικής για πάνω από δύο συνεχόμενα albums. Έτσι το FWX” μας συστήνει ένα νέο πρόσωπο της μπάντας, ένα συνδυασμό της heavy εσωτερικότητας του “Disconnected” με τη heavy metal τραγουδοποιία του “Parallels”. Πραγματικά, το “FWX” αποτελείται από ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ με όλη τη σημασία της λέξης, με τα couplet τους, τα refrain τους, τις ενδιαφέρουσες γέφυρες, τις πιασάρικες ιδέες, γενικά τραγούδια που μπορείς να τα ακούσεις και να περάσεις καλά. Το heavy πρόσωπο του συγκροτήματος αναδεικνύεται για άλλη μία φορά (“Crawl”, “Stranger (with a familiar place”)), αλλά την ίδια στιγμή οι Fates δε φοβούνται να μας χαρίσουν και μπαλάντες που σε ένα παράλληλο σύμπαν ίσως να γίνονταν και ραδιοφωνικά hits (“Another perfect day”). Ωστόσο οι ανατριχίλες για άλλη μια φορά κρύβονται στα πιο μεγάλα και σκοτεινά κομμάτια τους, σε κομμάτια όπως τα “River wide ocean deep”, “Heal me”, “A handful of doubt” (οι πιο αυτοβιογραφικοί Fates στους στίχους;) και, φυσικά, το συγκλονιστικό “Wish” που κλείνει το δίσκο. Μιλάμε για άλλη μία δισκάρα που πέρασε «απαρατήρητη» από το metal σύμπαν, αλλά επιβεβαίωσε την σταθερή ποιότητα αυτού του συγκροτήματος στους λίγους οπαδούς του.

Heavy ξανά

Η τελευταία (και τωρινή) περίοδος του συγκροτήματος ορίζεται από δύο στοιχεία: πρώτον, την αποχώρηση του ΤΕΡΑΣΤΙΟΥ drummer Mark Zonder, ο οποίος είχε πραγματικά σημαδέψει το συγκρότημα με το περίτεχνο στυλ του.  Το δεύτερο στοιχείο είναι φυσικά το ανανεωμένο μουσικό στυλ που είδαμε στο Darkness in a different light”. Και τι δεν άκουσαν οι Fates για αυτό το album… Από τη μία ο μεταλόκοσμος ενθουσιάστηκε με τις διπλομποτιές του Jarzombek, τα στακάτα heavy riffs του Matheos, τις απλοποιημένες συνθέσεις και τη γενικότερη «μεταλοποίηση» των Fates, από την άλλη οι «σκληροπυρηνικοί» οπαδοί τους γκρίνιαξαν για τους ίδιους ακριβώς λόγους (λες και δε φαινόταν το πράγμα προς τα που πηγαίνει από το “FWX” κιόλας). Εμείς που δεν ανήκουμε σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες απλά απολαμβάνουμε άλλον ένα ΔΙΣΚΑΡΟ από τα χέρια του Matheos και του Alder (o οποίος συνυπογράφει τα περισσότερα κομμάτια του δίσκου). Απορώ πώς κάποιοι χαρακτήρισαν «κουρασμένες» τις ερμηνείες του σε αυτόν το δίσκο –άραγε άκουσαν τα “Falling”, “Lighthouse” και “And yet it moves”; Ιδίως το τελευταίο θα αποτελέσει ένα διαχρονικό ύμνο του συγκροτήματος, με την κλασική του εισαγωγή που σε μεταφέρει σε ivory μονοπάτια, τη δυναμική εξέλιξη, το απόλυτα συγκλονιστικό ακουστικό break (όπου ο Ray μας φέρνει δάκρυα στα μάτια) και το τέλειο κλείσιμο. Πέρα απ’ αυτό, όμως, μην ακούτε τις κακές γλώσσες και απολαύστε το groove του “Firefly”, την Alice-in-Chains-ική αύρα του “Kneel and obey”, τη refrain-άρα του “Into the black”, την prog ομορφιά του “One thousand fires”, τα “Desire”, “O chloroform” και σταματάμε εδώ για να μην τα πούμε όλα.

fw_2016_photo-by-stephanie-cabral-e1464274235457

Η ανανεωμένη επιστροφή των Fates Warning στα heavy μονοπάτια ολοκληρώνεται με το τελευταίο τους album, Theories of flight”. Δικαίως ο δίσκος αυτός δέχτηκε αποθεωτικές κριτικές, δικαίως θεωρείται ένα από τα καλύτερα Fates albums ever, αδίκως χρησιμοποιείται για να «μειώνεται» η αξία του “Darkness in a different light”. Το “Theories of flight” πραγματικά ξεκινά εκεί που σταματάτησε ο προκάτοχος του, διακατέχεται από την ίδια αύρα, απλά περιέχει πιο εμπνευσμένες στιγμές που σου μένουν οπότε «στα σημεία» κερδίζει τον ακροατή ευκολότερα και γρηγορότερα. Refrain σαν αυτό του “From the rooftops” και couplet σαν αυτό το “The light and shade of things” σου καρφώνονται κατευθείαν στην καρδιά, ιδέες σαν αυτές της γέφυρας του “SOS” και του δεύτερου μισού του “The ghosts of home” σου θυμίζουν γιατί αυτή η μπάντα θα είναι πάντα ΤΕΡΑΣΤΙΑ σε αυτά που σου προσφέρει απλόχερα, hit-άκια τύπου “Seven stars” ή “White flag” ακολουθούν την (επιτυχημένη) λογική του “Firefly” και οι μελωδίες στο κλείσιμο του δίσκου σε μεταφέρουν στις λογικές του instrumental μέρους του “Disconnected”. Γενικά οι Fates σε αυτόν το δίσκο δε φοβούνται να «ξαναχαθούν» σε σκοτεινές οδούς, αν και σταθερά κινούνται σε heavy και, ως επί το πλείστον, πιασάρικα μονοπάτια. Προσωπικά κατευχαριστήθηκα το δίσκο, το θεωρώ από τα καλύτερα περσινά δείγματα και για μένα συνεχίζει επάξια το δρόμο του συγκροτήματος.

Και λίγα λόγια για τους στίχους του συγκροτήματος…

Όπως είπαμε και πρωτύτερα, ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία του συγκροτήματος αποτελούν οι αυτοβιογραφικοί, εσωτερικοί και τόσο συγκινητικοί στίχοι του Jim Matheos (αν και ο Alder, τελευταία, έχει δείξει κι αυτός εξαιρετικά δείγματα γραφής). Είναι περίεργο, ως ένα σημείο, που ο Alder κατάφερνε να κάνει τις ερμηνείες που έκανε τραγουδώντας τόσο προσωπικούς στίχους άλλου, που κατάφερε να «συνδεθεί» τόσο πετυχημένα μαζί τους. Και είναι, ίσως, περίεργο που όλοι εμείς, τόσα χρόνια, ταυτιζόμαστε με τον ίδιο τρόπο με αυτούς τους στίχους, παρ’ όλο που το βιωματικό στοιχείο πολλές φορές θεωρείται εμπόδιο για κάτι τέτοιο. Μήπως, όμως, τελικά όλα αυτά που τραγουδάνε οι Fates τόσα χρόνια αποτελούνε ακριβώς κοινές εμπειρίες; Μήπως στους στίχους του Matheos βλέπει ο καθένας να καθρεφτίζονται οι σκέψεις και οι πράξεις του γιατί μιλάμε για κοινά αδιέξοδα, αγωνίες και επιθυμίες;

Είναι αλήθεια ότι αυτό το συγκρότημα, από τη στιγμή που έπαψε να το ενδιαφέρει η λογοτεχνίατου φανταστικού (βλέπε 3 πρώτα albums), αποφάσισε να χώσει το μαχαίρι μέχρι το κόκκαλο, τραγούδι στο τραγούδι, δίσκο το δίσκο γίνονται όλο και πιο σκοτεινοί, όλο και πιο γλαφυροί, όλο και πιο θλιμμένοι. Έξοχο παράδειγμα αποτελεί το μικρό έπος του “No exit”, δηλαδή η οχταλογία που ακούει στο όνομα “The ivory gate of dreams”. Εκεί, μέσα από ευφάνταστες παρομοιώσεις και περιγραφές, ο Matheos ψάχνει την απάντηση στο ερώτημα που συμπυκώνεται στο στίχο: “Is all we do and all we dream doomed to drown in a hopeless stream?”. Στο “Perfect symmetry”, πάλι, ο Matheos φαίνεται να παρατηρεί το άτομο και την πάλη του με την αποξένωση της σύγχρονης μεγαλούπολης (“Just another face in the crowd, wandering towards obscurity, driven by the dull desires of a worn out routine”), με φαντάσματα του παρελθόντος (“We’re walking within a shadow where echoes of different times resound, looking for memories to relive in yesterdays that can’t be found”), με τα χρόνια που περνάνε (“I’ve watched in silence, without seeing, as a stranger within me grew, detached and distanced from the day, while youth’s precious years flew”), με τις ίδιες του τις προσδοκίες (“What was once a release is now a prison”). Για το “Parallels” ό,τι και να πούμε θα ωχριά μπροστά στο ταλέντο του Jim Matheos να αποτυπώνει στο χαρτί την πάλη με τους προσωπικούς του δαίμονες. Δε θα παραθέσουμε στιχουργικές αναφορές για τον απλούστατο λόγο ότι ΚΑΘΕ κομμάτι είναι και μία βιωμένη εμπειρία, είναι λες και μιλάμε για concept δίσκο με θέμα τις προσωπικές σχέσεις και τα αδιέξοδα τους (κι αυτή η επιλογή του συγκροτήματος να γράφει με κεφαλαία τη λέξη “YOU” κάνει την όλη εμπειρία ακόμα πιο έντονη…). Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ concept δίσκος, ωστόσο, θα αργούσε λίγα χρόνια και ακούει στο όνομα “A pleasant shade of grey”. Πρόκειται για τις σκέψεις που κάνει κάποιος μέσα σε λιγότερο από μία ώρα, αναλογιζόμενος χαμένες ευκαιρίες, προσωπικές αποτυχίες, συναισθηματικές ήττες. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για το σκοτεινότερο πρόσωπο του Matheos που εδώ μας παρουσιάζεται αφτιασίδωτο, ρεαλιστικό και ωμό. 12 τραγούδια σε περνάνε από χίλια κύματα μέχρι που η κατάληξη κρίνεται, μάλλον, αισιόδοξη (Face to face we’ll awake to see another day and with hope in our hearts embrace this shade of gray, this pleasant shade of gray”). Απαισιόδοξος, από την άλλη, μας παρουσιάζεται ο Matheos λίγα χρόνια αργότερα όταν και φαίνεται βάζει την πορεία του συγκροτήματος στο ζύγι (“Twenty years  and a handful of doubt, the candle burns quick now and time is running out”). Η πραγματική κορύφωση του “FWX”, βέβαια, βρίσκεται στο τρυφερό “Wish” (αφιερωμένο στην κόρη του Matheos) και σε στίχους όπως το “May you never know this darkness, may you never be so blind, may you always know the peace that I could never seem to find”. Στα επόμενα δύο albums βλέπουμε πλέον ένα Ray Alder πολύ πιο απελευθερωμένο να αναλαμβάνει όλο και περισσότερα στιχουργικά καθήκοντα, κάτι που δε μας ενοχλεί καθόλου όσο θα υπάρχουν στιγμές που η εκφορά του λόγου σε κάνει να ανατριχιάζει, όπως το There’s nothing that time can’t end” του “From the rooftops” ή το You confess a lot of things, but you confess alone” του “The light and shade of things”. Παρ’ όλα αυτά, ο Matheos κάνει για άλλη μια φορά τη διαφορά όταν επιλέγει να αδράξει την πένα για να θυμηθεί τις παιδικές του αναμνήσεις (“The ghosts of home”)…

Καλούδια που βρίσκει κανείς στο internet

Το DVD “Live in Athens”, ιστορική συναυλία του συγκροτήματος το 2005 (δυστυχώς χωρίς Zonder) στο Gagarin στην Αθήνα.

Σκηνές μέσα από το studio ενώ οι Fates Warning ηχογραφούσαν τα “Parallels”, “A pleasant shade of grey” και “Disconnected”.

Όλη η ιστορία πίσω από τη δημιουργία του “Parallels”.

Το συγκλονιστικότερο έργο των Fates Warning, παιγμένο στην ολότητα του.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s