Sun of Nothing

February 10, 2013

(Το αφιέρωμα αυτό γράφτηκε το 2011)

Σε λίγες μέρες όλοι θα πάμε στη συναυλία των Sun of Nothing, οπότε μία mini παρουσίαση στους ανυποψίαστους θα κάνει καλό.

Ο πρώτος δίσκος της μπάντας βγήκε το Σεπτέμβρη του 2003 και ονομαζόταν ”… And voices, words, faces complete the dream”.

Θυμάμαι ακόμα τη συνέντευξη που είχαν δώσει στο Γιοβανίτη στο Horror του Hammer, γιατί μου είχε κάνει εντύπωση αυτό που έλεγαν ότι ο τραγουδιστής τους δεν τραγουδάει με τις εκπνοές, αλλά με τις εισπνοές, δηλαδή αντί να ”φωνάζει”, ”ρουφιέται”. Κάτι αυτό, κάτι οι περιγραφές για ένα κλειστοφοβικό sludge αριστούργημα, δεν άργησε πολύ να πάρω το C.D. από ένα φίλο μου.

Η αλήθεια είναι ότι έπαθα ένα ψιλο- σοκ. ΟΚ, ήμουν συνηθισμένος σε κάτι black και death που άκουγα, αλλά αυτό ήταν λίγο too much για ‘μένα τότε. Όταν το ντεμπούτο σου αρχίζει με ένα 14- λεπτο instrumental καθαρού θορύβου, τότε μάλλον κάτι παίζει με την πάρτη σου. Και όντως κάτι έπαιζε. Μπορεί τότε να μην άντεχα να ακούσω ολόκληρο το album και να έλιωνα μετά μανίας τα 2 πιο ”πιασάρικα” κομμάτια του δίσκου (ή έτσι μου είχαν φανεί εμένα τέλος πάντων), τα ”Pure reality (the revenge)” και ”Newborn spirit”, αλλά ευτυχώς τα ακούσματα μου διευρύνθηκαν από τότε και τώρα είμαι στην ευχάριστη θέση να καταλαβαίνω αυτό το 8- άρι (αν θυμάμαι καλά) του Γιοβανίτη σε αυτό το album.

To ”… And voices, words, faces complete the dream” είναι ένας από τους πιο ξεχωριστούς ελληνικούς metal δίσκους για τον απλούστατο λόγο ότι μέχρι τότε δεν είχε ξανακουστεί κάτι τέτοιο. Ένα κράμα ακραίου sludge διανθισμένο με black metal riffs και μία φωνή ΠΡΩΤΟΦΑΝΗΣ. Σαν ένα μίγμα Vikernes και Dani Filth, ο Ηλίας ακούγεται τρομαχτικός. Βασικά η πιο καλή παρομοίωση που μπορώ να σκεφτώ είναι τα Nazgul στο ”The lord of the rings”. Τα ουρλιαχτά του είναι βασανιστικά, είναι πολύ ακραία. Σε συνδυασμό με τη μουσική φτιάχνουν ένα μίγμα που ώρες- ώρες δεν το σηκώνεις, για τόσο έντονο δίσκο μιλάμε. Πάρε για παράδειγμα το ”Diablo”. Ίσως οι (ανατριχιαστικοί) στίχοι να είναι εντελώς ακατανόητοι όταν τους ουρλιάζει ο Ηλίας, αλλά το συναίσθημα μεταφέρεται. Απόγνωση. Το ίδιο ισχύει για τα περισσότερα τραγούδια του album. Είτε μέσα από σύντομες ”ήρεμες” στιγμές, είτε μέσα από black metal ομοβροντίες, οι Sun of Nothing καταφέρνουν να μεταδίδουν στον ακροατή τα πράγματα που θέλουν. Αν είναι να σταθούμε σε συγκεκριμένες στιγμές του δίσκου, τότε πρέπει σίγουρα να αναφέρουμε το rock- άδικο μπάσιμο του ”Kick”, τις riff- άρες του ”Pure reality (the revenge)” (αυτό το τραγούδι είναι για σεμινάριο ρυθμικής εξόντωσης- απλά ακούστε το) και το jam- άρισμα του ”Crossing Parker’s piece”. Ο ήχος δεν είναι και ο καλύτερος σε σχέση με την υπόλοιπη δισκογραφία του σχήματος, αλλά τη δουλειά του την κάνει μια χαρά. Γενικά το album θέλει ακροάσεις, κάτω από τις στρώσεις θορύβου, των ουρλιαχτών και των φο-βε-ρών παιχνιδιών που κάνουν τα drums κρύβονται τραγουδάρες, η μία μετά την άλλη. Θα έλεγα ότι ”καταλαβαίνεις” τη μουσική τους καλύτερα αν ακούσεις ολόκληρο το album , αλλά και αυτόνομα κάθε τραγούδι μπορεί να σταθεί άνετα.

Μετά, λοιπόν, από ένα ντεμπούτο που έκανε αίσθηση, οι Sun of Nothing σιώπησαν για 4 περίπου χρόνια. Αφού άλλαξε και το rhythm section προχώρησαν το 2007 στην κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου τους με όνομα ”… In the weak and the wounded”.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά από το εξώφυλλο κατάλαβα ότι ο δίσκος θα ήταν κάτι το εξαιρετικό. Επίσης συνειδητοποίησα (αφού άκουσα το album) ότι το εξώφυλλο είναι τόσο, μα τόσο ταιριαστό στη μουσική. Αυτά τα χρώματα, τα σχέδια, δεν ξέρω γιατί, αλλά σου κάνουν ένα κλικ.

Να μην τα πολυλογούμε, το ”… In the weak and the wounded” είναι υπεράνω προσδοκιών και μάλλον το αγαπημένο μου album από την μπάντα. Ενώ στο ντεμπούτο είχαμε ένα μουσικό χάος που στηριζόταν σε χίλια δυο πράγματα, εδώ η συνταγή είναι απλή: RIFFS. Τα τραγούδια είναι απλά, σχεδόν όλα σε mid- tempo και αργούς ρυθμούς, με riff που σου μένουν. Κάποιες μελωδίες εδώ κι εκεί σου μένουν με τη μία, γενικά βρίσκω τη δουλειά που έχει γίνει στις κιθάρες καταπληκτική. Θα έλεγα ότι εδώ οι Sun of Nothing μου θύμισαν την ατμόσφαιρα των Isis ή των Neurosis για παράδειγμα. Μιλάμε, δηλαδή, για μουσική heavy αλλά έντονη συναισθηματικά. Τα φωνητικά ευτυχώς ποικίλουν, εκτός από τις ψηλές κραυγές έχουμε και growls, ενώ στο ”Dead hands and stupid hearts” (τι τίτλος!) ακούμε και καθαρά φωνητικά σε σχεδόν επικό, θρηνητικό στυλ! Το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετικό. Η παραγωγή είναι ιδανική, τα τραγούδια δεν κουράζουν, γενικά η μπάντα έχει αφομοιώσει πλήρως αυτές τις ”κυκλικές” πατέντες που μάθαμε από τους Neurosis. Δηλαδή επανάληψη θεμάτων, εμμονή σε κάποια συγκεκριμένα σημεία κλπ. Π.χ. το τελευταίο κομμάτι, ”As you laugh I envy you”, είναι το τέλειο παράδειγμα για το πώς μπορείς να κρατήσεις το ενδιαφέρον του ακροατή για τόσα πολλά λεπτά ενώ παίζεις τόσο απλά riff. Σαν τη μύγα μες στο γάλα ξεχωρίζει το ”White freak”, με ρυθμούς και δομή που μπερδεύουν και θα τραβήξουν την προσοχή αυτών που ζητάνε ”πολύπλοκα” σημεία. Για ‘μένα, πάντως, όλη η μαγεία της μπάντα περικλείεται σε τραγούδια όπως το εναρκτήριο ”Hollow”. Κιθαριστικές μελωδίες που συγκλονίζουν (ναι, για το σημείο κάπου στη μέση λέω), ατμόσφαιρα που σε ρίχνει, αλλά όχι τόσο ώστε να μην μπορείς να απολαύσεις αυτό που ακούς. Νομίζω ότι αυτό το album θα πρέπει να τσεκαριστεί από όσους ψάχνουν ενδιαφέροντα πράγματα γενικά, όχι μόνο στην ελληνική σκηνή.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο τρίτο πόνημα της μπάντας, το φετινό ”The guilt of feeling alive”.

Μου φαίνεται ότι αυτό το album έχει κάνει το μεγαλύτερο θόρυβο από τα 3. Δικαίως ίσως. Στο πρώτο οι Sun of Nothing ψάχνονταν, κάτι που φαίνεται από την όρεξη τους να παίξουν τόσο διαφορετικά πράγματα σε κάθε κομμάτι. Στο δεύτερο C.D. το γύρισαν σε έναν ήχο που τους ήρθε κουτί. Στο τρίτο απλά εξελίσσονται μέσα στα όρια αυτού του ήχου. Δε θέλει και πάρα πολλές ακροάσεις για να μπεις στο trip- άκι αυτού του δίσκου. Μετά από το εναρκτήριο instrumental μπαίνει το πιο όμορφο, ίσως, κομμάτι που έχει γράψει αυτή η μπάντα, το ”Catharsis”. Τα ”καθαρά”/φωναχτά φωνητικά του Ηλία είναι το πρώτο πράγμα που σε εντυπωσιάζει. Σου βγάζουν μία απόγνωση και μελαγχολία που δε βγαίνουν ούτε με 15 ουρλιαχτά μαζί. Κρίμα που δεν κάνει περισσότερα τέτοια. Το τραγούδι κρατάει σχεδόν 10 λεπτά και όταν τελειώσει νομίζεις ότι κράταγε κανά 5- λεπτο. Οι Sun of Nothing μεγαλουργούν. Μέσα σε μόλις 5 (γεμάτες) συνθέσεις καταφέρνουν να σε χώσουν σε ένα μουσικό ταξίδι (γιατί για ταξίδι πρόκειται) από αυτά που θα αναζητάς ξανά και ξανά. Ψυχεδέλεια, ατμόσφαιρα, πόνος, κάτι τέτοιο φανταστείτε. Συνθέσεις που θέλουν κουράγιο, αλλά ανταμείβουν. Καθαρά μουσικά μιλώντας, ενώ οι μελωδίες που ακούγονται είναι πιο έντονες από αυτές του ”… In the weak and the wounded”, νομίζω ότι το album συνολικά είναι πιο ”δύσκολο” από τον προκάτοχο του. Εδώ δεν έχουμε μία άμεση δομή ”riff μετά το riff”, αλλά ατμόσφαιρα, χάσιμο. Το μπάσο κάνει τα δικά του, τα drums υπνωτίζουν, οι κιθάρες μιλάνε πιασάρικα, αλλά δε θα το καταλάβεις με τη μία. Οι Sun of Nothing με αυτό το album κάνουν όχι απλά βήματα, βηματάρες μπροστά. Ένας ολόκληρος ήχος τους ανήκει.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να περιγράψω έστω και λίγο την ιδιαίτερη μουσική προσωπικότητα των Sun of Nothing. Μιλάμε για μία μπάντα που όχι μόνο διαλέγει να ρισκάρει με τις μουσικές της επιλογές, αλλά ντύνει το όλο concept της με τις δικές της ιδέες στο artwork, ενώ παράλληλα τόσα χρόνια κρατάει ένα ιδιαίτερα χαμηλό προφίλ. Ούτε τυμπανοκρουσίες, ούτε μεγάλες δηλώσεις, ούτε τίποτα. Μόνο μουσική.

Το Σάββατο θα έχουμε την ευκαιρία να test- άρουμε αυτήν την μπάντα live. Με ένα δίσκο- κομψοτέχνημα στα σκαριά της. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες για όσους θα λείπουν.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s