Pink Floyd

February 7, 2013

(Το αφιέρωμα αυτό γράφτηκε το 2011)

Pink Floyd

Για κάποιους οι Pink Floyd είναι ό,τι σημαντικότερο έχει υπάρξει στη rock μουσική. Ανεξάρτητα αν κάτι τέτοιο ισχύει ή όχι, είναι γεγονός ότι κανένας δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι αυτή η μπάντα δημιούργησε πραγματικά μεγάλα πράγματα. Εάν κάποιος μπει στον κόσμο της μουσικής τους, τους ψάξει, τους ακούσει από δίσκο σε δίσκο, δεν μπορεί παρά να αναφωνήσει κάποια στιγμή: ”ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ αυτή η μουσική που παίζουν”. Για όλους αυτούς τους λόγους ένα αφιέρωμα στους Pink Floyd είναι επιτακτικό. Η πραγματική δυσκολία είναι τι θα πρωτοπείς γι’ αυτούς. Να ξεκινήσεις από τους στίχους τους, που έδωσαν άλλο νόημα στον όρο ”concept album”; Να ξεκινήσεις από τη μουσική τους; Και από ποια μουσική περίοδο, δηλαδή; Τα παλιά ψυχεδελικά τραγουδάκια, τα εικοσάλεπτα έπη των ‘70s, τις μοντέρνες πινελιές στη δεκαετία του ’90; Ή μήπως να αναφερθείς στην τραγική ιστορία του δημιουργού τους, που τόσο σημάδεψε τους Floyd όλα αυτά τα χρόνια; Για να κάνουμε μία προσπάθεια…

Α’ μέρος: Stars can frighten (ή ”Μία μπάντα καθοδηγούμενη από το ταλέντο του Barrett”)

Η ιστορία των Pink Floyd ξεκινά στα μέσα με τέλη των ‘60s, δηλαδή μία περίοδο όπου η rock μουσική ήταν στην ακμή της, και διάφορα τολμηρά συγκροτήματα πειραματιζόντουσαν με νέους ήχους, νέους δρόμους. Ένα από αυτά ήταν και οι βρετανοί Pink Floyd. Θα αφήσουμε τις πρώιμες μέρες της μπάντας, όταν χρησιμοποιούσαν άλλα ονόματα και είχαν και άλλα μέλη, και θα πάμε κατευθείαν στο 1967, όταν η μπάντα θα κυκλοφορήσει το πρώτο της single, το κλασικό τραγούδι ”Arnold Layne”. Syd Barret, Roger Waters, Richard Wright και Nick Mason τα ονόματα τους, Pink Floyd η μπάντα τους και ψυχεδελικό rock το έργο τους. Με αρχηγό τον Barrett (κιθάρα, φωνή) οι Floyd συστήνονται στο αγγλικό κοινό με έναν σχεδόν pop τραγούδι, που όσο ΄΄χαρούμενο΄΄ και να μας ακούγεται σήμερα, η ιστορία το ανέδειξε σαν ένα από τα κλασικά κομμάτια της πρώτης περιόδου των Floyd. Το ίδιο ισχύει και για το δεύτερο single της μπάντας, το ”See Emily play”. Παρωχημένος ήχος πλέον; Ίσως, αλλά η αξία του παραμένει, χάρη στη μελωδία του που δε σου φεύγει από το μυαλό έτσι και το ακούσεις. Κάπως έτσι φτάνουμε και στον πρώτο ολοκληρωμένο δίσκο του συγκροτήματος.

”The piper at the gates of dawn” (1967)

1.Astronomy domine
2.Lucifer Sam
3.Matilda mother
4.Flaming
5.Pow R. Toc H.
6.Take up thy stethoscope and walk
7.Interstellar overdrive
8.The gnome
9.Chapter 24
10.Scarecrow
11.Bike

Line- up: Syd Barrett: κιθάρα, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, φωνητικά
Richard Wright: πλήκτρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Norman Smith
Studio: Abbey Road Studios

Το ντεμπούτο των Pink Floyd θεωρείται μέχρι τις μέρες μας ένα κλασικό δείγμα psychedelic rock, space rock, όπως θέλετε πείτε το. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι βαθιά χωμένος σε αυτό το είδος μουσικής, οπότε μπορώ να μιλήσω μόνο για το τι ακούω στο ίδιο το ”The piper at the gates of dawn”.

Καταρχήν, το πρώτο που σου κάνει εντύπωση είναι η πρωτοκαθεδρία του Barrett στις συνθέσεις. Όλος ο δίσκος είναι δικός του, με εξαίρεση του ”Take up thy stethoscope and walk” που φέρει την προσωπική υπογραφή του Waters, και 2 άλλων κομματιών που υπογράφονται από όλο το συγκρότημα. Ο αρχηγός των Floyd, λοιπόν, ξεδιπλώνει όλο του το ταλέντο σε αυτόν το δίσκο, είτε μιλάμε για την όμορφη και χαρακτηριστική φωνή του, είτε για τα περίεργα πράγματα που έκανε στην κιθάρα. Όλα τα κομμάτια έχουν αυτήν την ”φευγάτη” αύρα του δημιουργού τους, που τότε (όπως και τα περισσότερα μέλη της μπάντας) ήταν βουτηγμένος στα παραισθησιογόνα ναρκωτικά. Ήχοι που εμφανίζονται από το πουθενά, μελωδίες περίεργες που δεν είχαν ξανακουστεί, δεν είναι περίεργο που οι Pink Floyd τράβηξαν όλα τα μάτια πάνω τους με αυτόν το δίσκο. Οι πειραματισμοί ξεχείλιζαν από παντού και ο μουσικός κόσμος είχε ανακαλύψει τα νέα ταλέντα του. Μα πώς αλλιώς να περιγράψεις τα ”Astronomy domine” ή ”Interstellar overdrive” αν όχι ”διαστημικά”; Από άλλο πλανήτη; Η αρμονία των φωνών των Barrett και Wright σε μαγνητίζουν, ενώ τα πλήκτρα του δεύτερου έχουν βασικό ρόλο σε όλα τα τραγούδια. Μπορεί το πρώτο album της μπάντας να μοιάζει σαν τη μύγα μες στο γάλα αν το συγκρίνεις με την υπόλοιπη δισκογραφία τους, αλλά αυτό ακριβώς είναι και το πλεονέκτημα του. Το ”The piper at the gates of dawn” ακούγεται τόσο ξεχωριστό, τόσο ”Syd Barrett”, τόσο αθώο, αλλά και ”ζαλισμένο” ταυτόχρονα. Στίχοι παραμυθιών, στίχοι εφηβικοί, που θυμίζουν μία άλλη εποχή, που ίσως να φαίνεται εντελώς ξένη. Αυτοί ήταν οι Floyd των ‘60s.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: την εισαγωγική riff- άρα του ”Interstellar overdrive”, το πόσο τέλεια ταιριάζουν οι φωνές των Wright και Barrett.

Κάπου εκεί, όμως, αρχίζουν να φαίνονται τα πρώτα σύννεφα στην πορεία του συγκροτήματος. Ο Syd εμφανίζει τα πρώτα σημάδια της τρέλας του, αποτέλεσμα της συνεχόμενης σχέσης του με το L.S.D. Η συμπεριφορά του είναι εριστική, χωρίς λογική, ενώ στις συναυλίες ”παίζει” με τις αντοχές των άλλων μελών. Άλλες φορές δεν εμφανιζόταν καν, άλλες φορές ανέβαινε στη σκηνή με την κιθάρα κρεμασμένη από τη μέση, αλλά ούτε τραγουδούσε, ούτε έπαιζε τίποτα, άλλες φορές έπαιζε μία μόνο συγχορδία σε όλη τη συναυλία, ξεκούρδιζε την κιθάρα του κλπ. Ήταν προφανές ότι πλέον δεν ήταν στα λογικά του, και η μπάντα έπρεπε να βρει γρήγορα κάποιον που θα αναλάμβανε τα live καθήκοντα του Syd. Έτσι κάνει την εμφάνιση του ο David Gilmour.

Β’ μέρος: And I’m wondering who could be writing this song (ή ”Η είσοδος ενός μεγάλου μουσικού, η έξοδος ενός άλλου”)

Ο David Gilmour ήταν παλιός φίλος του Barrett και του Waters, μάλιστα αυτός έμαθε τα πρώτα κιθαριστικά βήματα στον Barrett. Η αρχική σκέψη των Floyd ήταν να κρατήσουν τον Barrett στο συγκρότημα, απλά δε θα έβγαινε στις συναυλίες. Σαν πενταμελές σχήμα πια, προχώρησαν στην ηχογράφηση του καταπληκτικού ΄΄A saucerful of secrets΄΄.

”A saucerful of secrets” (1968)

1.Let there be more light
2.Remember a day
3.Set the controls for the heart of the sun
4.Corporal Clegg
5.A saucerful of secrets
6.See- saw
7.Jugband blues

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, φωνητικά
Syd Barrett: κιθάρα, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, φωνητικά
Richard Wright: πλήκτρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα, φωνητικά

Παραγωγός: Norman Smith
Studio: Abbey Road Studios

Παρόλο που τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας ήθελαν τη συνθετική εισφορά του Barrett, αυτό δεν έγινε, και το μοναδικό κομμάτι που συνέθεσε ο πάλαι ποτέ βασικός συνθέτης του συγκροτήματος είναι το ”Jugband blues”. Σαν αποτέλεσμα τα συνθετικά καθήκοντα έπεσαν πάνω στις πλάτες των Waters και Wright, ενώ στο ομώνυμο κομμάτι βλέπουμε την υπογραφή και των 4 μελών του συγκροτήματος. Παρ’ όλα αυτά ο δίσκος είναι έξοχος, ένα διαμάντι που κρατάει τα καλύτερα στοιχεία της Barrett περιόδου και φέρνει νέα πράγματα που θα χαρακτηρίσουν στο μέλλον τους Floyd. Το ”Let there be more light” είναι ένα καταπληκτικό κομμάτι που τα υπνωτιστικά couplet του έρχονται σε τέλεια αντίθεση με την έκρηξη στα refrain. Στο τέλος του κομματιού ο Gilmour μας χωρίζει το πρώτο του solo που θα ακούσουμε σε δίσκο των Floyd. Το ”Remember a day” είναι χαρακτηριστική σύνθεση του Wright, μαγεύει με τις ικανότητες του στα πλήκτρα, ενώ στην κιθάρα βρίσκεται ο Barrett, ένα από τα 3 κομμάτια του δίσκου που παίζει κιθάρα. Για το ”Set the controls for the heart of the sun” ό,τι και να πούμε είναι λίγο. Αποτελεί μία από τις κορυφαίες συνθέσεις των Floyd, ενώ είναι και το μοναδικό κομμάτι όπου συναντάμε και τα 5 μέλη του συγκροτήματος. Το ”Corporal Clegg” εκπλήσσει με την ξαφνική rock- ιά του, ενώ για πρώτη (και τελευταία) φορά ακούμε τις φωνητικές ικανότητες του drummer Nick Mason. Το ομώνυμο κομμάτι είναι ένα 12- λεπτο έπος, το οποίο περνά από πολλά στάδια για να κορυφωθεί στο τέλος με τα χορωδιακά φωνητικά του Gilmour. Το ”See- saw” είναι άλλη μία σύνθεση του Wright, σε παρόμοιο ύφος (μουσικά και στιχουργικά) με το ”Remember a day”. Τέλος, το ”Jugband blues” είναι το μοναδικό τραγούδι του Syd Barrett, ένας πικρός αποχαιρετισμός στο ίδιο του το συγκρότημα. Δεν ξέρω αν οι Floyd τοποθέτησαν επίτηδες αυτό το κομμάτι στο τέλος του δίσκου, αλλά ακούγοντας το νιώθεις ότι έκλεισε ένα κεφάλαιο. Ο ιδρυτής των Pink Floyd και βασικός συνθέτης του πρώτου τους δίσκου ήταν παρελθόν για την μπάντα.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: τους στίχους και τη μαγευτική, ανατολίτικη ατμόσφαιρα του ”Set the controls for the heart of the sun”, τους στίχους του ”Jugband blues”.

Γ’ μέρος: And I’ll climb the hill in my own way (ή ”Μία μπάντα που σκαρφαλώνει προς την κορυφή”)

Ένα χρόνο πριν μπούνε τα ‘70s και οι Pink Floyd μπαίνουν στη μετα- Barrett εποχή. Τετραμελές σχήμα για άλλη μία φορά και γεμάτοι όρεξη για δημιουργία. O πρώτος δίσκος τους χωρίς τον Barrett έμελλε να είναι ένα… soundtrack.

”Soundrack from the film More” (1969)

1.Cirrus Minor
2.The Nile song
3.Crying song
4.Up the Khyber
5.Green is the colour
6.Cymbaline
7.Party sequence
8.Main theme
9.Ibiza bar
10.More blues
11.Quicksilver
12.A Spanish piece
13.Dramatic theme

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, φωνητικά
Richard Wright: πλήκτρα
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Pink Floyd
Studio: Pye Studios

Οι Pink Floyd ποτέ δε φοβήθηκαν τα ρίσκα. Όχι μόνο εγκατέλειψαν το γνώριμο κλίμα των Abbey Road Studios και τη βοήθεια του Norman Smith, αλλά δε φοβούνται να κυκλοφορήσουν και τα τραγούδια που συνέθεσαν σαν soundtrack για την ταινία ”More”. Σαν αποτέλεσμα ο δίσκος είναι αρκετά διαφορετικός απ΄ ό,τι θα περίμενε κανείς από τους Floyd. Πολλά μικρά κομμάτια, αρκετά instrumentals, αρκετές μπαλάντες, 2 hard rock κεραυνοί, γενικά ένας δίσκος που επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Κάτι φυσιολογικό αν σκεφτεί κανείς ότι το κάθε τραγούδι έχει το ρόλο κομματιού από soundtrack, δηλαδή ακολουθεί τη ροή μιας ταινίας. Οπότε υπάρχουν οι δυναμικές, αλλά και οι ήρεμες στιγμές, οι χαρούμενες, και οι πιο down. Γενικά το ”Soundtrack from the film More” είναι ένα album που δε θα σου έρθει απ’ τα πρώτα στο μυαλό αν σε ρωτήσει κάποιος: ”πες μου 5 δίσκους των Pink Floyd”, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν είναι και αυτό άλλο ένα κομψοτέχνημα του συγκροτήματος. Μιλάμε για τραγούδια που σου καρφώνονται στο μυαλό με τη μία, όπως το εκρηκτικό ”The Nile song” ή το μπαλαντοειδές ”Cymbaline”. Μπορεί να μην υπάρχουν τα μεγαλεπήβολα έπη για τα οποία έγιναν γνωστοί οι Floyd στο μέλλον ή να λείπει η ψυχεδελικά αύρα του παρελθόντος, αλλά το ”Soundtrack from the film More” το αγαπάμε ακριβώς για αυτό: γιατί αποδεικνύει ότι οι Floyd μπορούν να παίξουν μπάλα σε όποιο χωράφι θελήσουν. 2- λεπτες rock μπαλάντες; Σχεδόν metal riffs; Σπανιόλικες μελωδίες; O δίσκος είναι ο ορισμός του ”τα παίζουμε όλα για πλάκα”.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: ότι όλα τα φωνητικά είναι του Gilmour, το κλείσιμο του ”Cirrus Minor”, την ομοιότητα των ”The Nile song” και ”Ibiza bar”.

To ”Soundtrack from the film More” ήταν μία δουλειά που κατά ένα μεγάλο ποσοστό βασίστηκε στις συνθετικές ικανότητες του Waters, μιας και ο μεγάλος αυτός μπασίστας έγραψε μόνος του 5 από τις 13 συνθέσεις του album. Για το επόμενο album, όμως, οι Pink Floyd είχαν αποφασίσει να ξεχωρίσουν για άλλη μια φορά.

”Ummagumma” (1969)

isc 1:

1.Astronomy domine
2.Careful with that axe, Eugene
3.Set the controls fro the heart of the sun
4.A saucerful of secrets

Disc 2:

1.Sysyphus
2.Grantchester Meadows
3.Several species of small furry animals gathered together in a cave and grooving with a Pict
4.The narrow way
5.The grand Vizier’s garden party

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα, τύμπανα, φωνητικά
Roger Waters: κιθάρα, μπάσο, φωνητικά
Richard Wright: μπάσο, πλήκτρα, τύμπανα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα, πλήκτρα

Παραγωγός: Pink Floyd και Norman Smith
Studio: άγνωστο

Τι το ξεχωριστό έχει το ”Ummagumma”; Καταρχήν είναι διπλό. Το πρώτο μέρος αποτελείται από 4 παλιά ”έπη” των Pink Floyd παιγμένα live. Μιλάμε για το διαστημικό ”Astronomy domine” του πρώτου τους album, το τρομακτικό ”Careful with that axe, Eugene” (Β- side στο ”Point me at the sky” single) και τα ”Set the controls for the heart of the sun” και ”A saucerful of secrets” από το ομώνυμο album. Για το live album του ”Ummagumma” δεν έχουμε να πούμε και πολλά πράγματα. Απλά ότι και οι 4 συνθέσεις εδώ φτάνουν σε δυσθεώρητα επίπεδα εκτέλεσης. Οι Pink Floyd σαν live σχήμα ήταν το κάτι άλλο (τα bootlegs και τα videos που υπάρχουν συνηγορούν γι’ αυτό), και το ”Ummagumma” είναι η καλύτερη απόδειξη. 4 συνθέσεις ”ξεχειλωμένες” (όλες ξεπερνάνε τα 8 λεπτά), γεμάτες ΣΟΒΑΡΑ jam- αρίσματα, αυτοσχεδιασμούς, αλλά πάντα μέσα στο κλίμα του εκάστοτε τραγουδιού. Ο Nick Mason υπνωτίζει με το drumming του στο ”Set the controls for the heart of the sun”, ο Roger Waters σοκάρει με τα ουρλιαχτά του στο ”Careful with that axe, Eugene” (το ημερολόγιο γράφει 1969 (!) και ο τύπος ουρλιάζει σε στυλ black metal), ο David Gilmour μαγεύει με τη φωνή του στο τέλος του ”A saucerful of secrets” (ίσως η απόλυτη εκτέλεση του τραγουδιού), ενώ ο Richard Wright απλά είναι το κορυφαίο στοιχείο σε όλα τα τραγούδια. Τα πλήκτρα και οι ήχοι που βγάζει είναι το πιο σημαντικό συστατικό των Floyd, και οι μόνες στιγμές που ”χάνει” τον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι όταν ο Gilmour αποφασίζει να sol- άρει. Ό,τι και να πούμε είναι λίγο, απλά ζηλεύω όσους είχαν την τύχη να βρίσκονται στις συναυλίες των Floyd εκείνη την περίοδο. Μία μπάντα που μόλις είχε χάσει τον ηγέτη της, δηλαδή 4 μέλη- συνθέτες που ψάχνονταν, δοκίμαζαν ιδέες, πειραματιζόντουσαν συνεχώς, χωρίς φόβο. Και αν εξαιρέσουμε το ”Soundtrack from the film More”, που στην ουσία ήταν ένα soundtrack, το ”Ummagumma” ήταν το πρώτο διαπιστευτήριο των Pink Floyd για το τι μπορούν να κάνουν χωρίς το Syd Barrett.

Ας προχωρήσουμε, όμως, στο πολύ ενδιαφέρον δεύτερο μέρος του ”Ummagumma”. Εδώ έχουμε studio ηχογραφήσεις, και τι ηχογραφήσεις… Αν στο ”Soundtrack from the film More” το βάρος των συνθέσεων το είχε σηκώσει σε μεγάλο βαθμό ο Waters, εδώ οι Pink Floyd αποφάσισαν να κάνουν κάτι πρωτοποριακό: το κάθε μέλος του συγκροτήματος θα συνέθετε το δικό του τραγούδι, και όχι απλά θα το συνέθετε, αλλά θα έπαιζα και όλα τα όργανα! Πρώτο στη σειρά είναι το ”Sysyphus”, σύνθεση του Richard Wright, η οποία χωρίζεται σε 4 μέρη. Ένα, στην ουσία, instrumental μεγαλεπήβολων διαθέσεων, όπως δείχνει η επική εισαγωγή. Στο ”Sysyphus” ακούμε το Wright να πειραματίζεται (ως συνήθως) με διάφορους παράξενους ήχους, ενώ στο τραγούδι συναντάμε ήρεμες στιγμές με γλυκό πιάνο μέχρι μουσικό σαματά. Σειρά έχει ο Waters με το ”Grantchester Meadows”. Μία ακουστική μπαλάντα που χαρακτηρίζεται από την πολύ όμορφη και ήρεμη ερμηνεία του Waters. Στο τέλος ακούμε και διάφορα εφέ τα οποία αποκτούν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν κάποιος ακούσει το τραγούδι με ακουστικά. Το ενδιαφέρον συνεχίζεται με άλλη μία σύνθεση του Waters, το ”Several species of small furry animals gathered together in a cave and grooving with a Pict”. Εδώ ακούμε το Waters να βγάζει διάφορους περίεργους ήχους, να προσπαθεί να μιμηθεί ήχους ζώων είτε με τη φωνή του, είτε χτυπώντας το μικρόφωνο, είτε κάνοντας άλλα κόλπα. Πλάκα έχει γενικά, δείχνει πόσο ”ό,τι να ‘ναι” ιδέες είχε αυτός ο άθρωπος. Η συνέχεια δίνεται με το ”The narrow way”, την προσωπική σύνθεση του Gilmour. Ένα πολύ ωραίο τραγούδι (χωρισμένο σε 3 μέρη) που δείχνει την ευκολία με την οποία ο Gilmour αριστεύει σε διαφορετικά μουσικά στυλ. Και το riff το heavy έχει, και τις κλασικές κιθάρες έχει, και την κλασική Gilmour- μπαλάντα έχει, μιλάμε για μία ολοκληρωμένη σύνθεση. Τέλος, συναντάμε το ”The grand Vizier’s garden party” (χωρίζεται στα ”Entrance”, ”Entertainment”, και ”Exit”) του Nick Mason. Ο drummer των Pink Floyd μας προσφέρει διάφορους ήχους κρουστών (και άλλων οργάνων) με τους οποίους προσπαθεί να φτιάξει μία ατμόσφαιρα αντίστοιχη του τίτλου του τραγουδιού. Και τα καταφέρνει, απλά και απέριττα.

Έχουμε, δηλαδή, ένα διπλό album που αν θέλουμε να το περιγράψουμε με μία λέξη θα χρησιμοποιήσουμε το ”εξερεύνηση”. Πειραματισμός. Αυτό είναι το ”Ummagumma”. Οι Floyd δοκιμάζουν τις αντοχές του ακροατή, μιας και σε στιγμές φλερτάρουν ακόμα και με τον απλό θόρυβο. Θα έλεγε κανείς ότι βρίσκονταν σε μια φάση ”ΟΚ, ο Syd είναι παρελθόν, ας δούμε τι μπορεί να κάνει ο καθένας ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ”. Οπότε είναι φυσικό που το ”Ummagumma” χαρακτηρίζεται από τόσες πολλές ιδέες, τόσο πολύ πειραματισμό, τόση πολλή προσπάθεια για σπάσιμο κάθε μουσικού συνόρου. Σε σημεία σκέφτεσαι πώς γίνεται αυτοί οι 4 άνθρωποι να έχουν συγκρότημα μαζί, να συναντώνται οι μουσικοί τους εγκέφαλοι. Κι όμως, αυτή είναι η μαγεία των Pink Floyd. Πολλοί χαρακτηρίζουν το ”Ummagumma” σαν τον ορισμό του avant- garde. Θα συμφωνήσω. Avant- garde εν έτη 1969 είναι να έχεις στον ίδιο δίσκο ένα riff που άνετα θα μπορούσε να μπει στο ”Master of reality” των Black Sabbath (μιλάω για το δεύτερο μέρος του ”The narrow way”) και έναν τρελάρα που μιμείται νυφίτσες και φωνάζει με βαριά σκωτσέζικη προφορά (”Several species of small furry animals gathered together in a cave and grooving with a Pict”). Avant- garde είναι να βγάζεις ένα δίσκο συγκροτήματος που αποτελείται από solo δουλειά του κάθε μέλους. Avant- garde είναι να μη φοβάσαι να βγάλεις ένα διπλό δίσκο (live + studio) με 8- λεπτα και 10- λεπτα τραγούδια, ενώ μόλις έχεις χάσει το βασικό σου συνθέτη. Ε και μετά αναρωτιούνται κάποιοι γιατί λέμε ότι οι Pink Floyd είναι το καλύτερο συγκρότημα όλων των εποχών;

Τι να προσέξεις στο δίσκο: τα ουρλιαχτά του Waters στο ”Careful with that axe, Eugene”, την κιθαριστική δουλειά του Gilmour στο ”The narrow way”.

Και κάπως έτσι φτάνουμε σε μία νέα δεκαετία, τα ‘70s. Οι Pink Floyd μπαίνουν στη νέα δεκαετία με ένα δίσκο που δικαιωματικά χαρακτηρίστηκε ως ”κλασικό progressive rock album”.

”Atom heart mother” (1970)

1.Atom heart mother
2.If
3.Summer ‘68
4.Fat old sun
5.Alan’s psychedelic breakfast

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, μπάσο, τύμπανα, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, κιθάρα, φωνητικά
Richard Wright: πλήκτρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Pink Floyd
Studio: Abbey Road Studios

Τι να πει κανείς για αυτό το μνημείο; Το ομώνυμο κομμάτι είναι το μεγαλύτερο κομμάτι σε διάρκεια των Floyd (σχεδόν 24 λεπτά), αλλά όταν το ακούσεις παίζει να νομίσεις ότι κράτησε μόνο 5 λεπτά. Το ενδιαφέρον απλά δε χάνεται ούτε στιγμή. Ένα μουσικό έπος (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) που μπλέκει ορχήστρα με blues, rock με noise και ‘γώ δεν ξέρω τι άλλο. Οι Pink Floyd (με τη βοήθεια του Ron Geesin, ο οποίος βοήθησε στη σύνθεση των ορχηστρικών μερών) συνέθεσαν ένα instrumental που συνεπαίρνει τον ακροατή με τις τόσο διαφορετικές και αξιόλογες ιδέες που περιέχει. Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς τι ακριβώς γίνεται σε αυτό το κομμάτι, ας πούμε απλά ότι οι Pink Floyd σαν συνθέτες και σαν εκτελεστές ανέβηκαν πολλά σκαλοπάτια παραπάνω από εκεί που βρίσκονταν με τους προηγούμενους δίσκους τους. Το βασικό θέμα του τραγουδιού είναι ο ορισμός του επικού (ιδίως όταν ακούγεται πρώτη φορά και ακούς την μπάντα μαζί με την ορχήστρα), τα blues solo του Gilmour είναι από άλλο πλανήτη και φανερώνουν για πρώτη, ίσως, φορά τη μεγάλη κλάση αυτού του κιθαρίστα, η ορχήστρα ανατριχιάζει με τα θέματα που παίζει, ενώ διάφορες άλλες ”περίεργες” ιδέες (κληρονομιά του ”Ummagumma”) ενσωματώνονται αρμονικά στο σύνολο.

Μετά το σοκ του ομώνυμου κομματιού περνάμε σε 3 συνθέσεις των Waters, Wright και Gilmour αντίστοιχα. To ”If” είναι μία συγκινητική μπαλάντα στην οποία ο Waters αρχίζει και βγάζει τα εσώψυχα του (κάτι που στο μέλλον θα γίνεται κατά κόρον), το ”Summer ‘68” είναι μία χαρακτηριστική σύνθεση του Wright, όπου οι τρομπέτες και τα υπόλοιπα κλασικά όργανα ομορφαίνουν απίστευτα το τραγούδι, ενώ το ”Fat old sun” είναι μία μπαλάντα- ταυτότητα του David Gilmour, άλλο ένα πανέμορφο τραγούδι με αυτήν την πανέμορφη φωνή (να σημειωθεί ότι εδώ ο Gilmour παίζει και τα drums και το μπάσο). Τέλος, ο δίσκος κλείνει με το τρελό ”Alan’s psychedelic breakfast”. Τι είναι αυτό; Ένα 14- λεπτο (σχεδόν) κομμάτι όπου ακούμε πώς ένα άνθρωπος ετοιμάζει και τρώει το πρωινό του. Δηλαδή ακούγονται κανονικά ήχοι από κουζινικά σκεύη, μουρμουρητά, ”μάσημα τροφής” (να το θέσουμε ευγενικά) κλπ. Παράλληλα ακούμε και την μπάντα να παίζει διάφορα (instrumental) μουσικά θέματα, σαν ”χαλί” του όλου σκηνικού. Ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο, ιδίως αν το ακούσει κανείς με ακουστικά. Τότε πραγματικά νιώθεις το τι παιχνίδια έκαναν οι Floyd με τον ήχο, μιας και το όλο concept σχεδόν ”ζωντανεύει” στα αυτιά σου. Μιλώντας για τον ήχο, να αναφέρουμε ότι σε αυτό το album το συγκρότημα για πρώτη φορά ηχογράφησε με surround ήχο, κάτι που ανεβάζει το δίσκο πολλά επίπεδα, μια και η παραγωγή είναι ”τζάμι”, πραγματικά τέλεια.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: τους πολύ ωραίους στίχους του ”If”, την όλη εξέλιξη του ”Atom heart mother”.

Το ”Atom heart mother” ήταν ένας αρκετά επιτυχημένος δίσκος για την μπάντα, με αποτέλεσμα το συγκρότημα να μεγαλώσει κατά πολύ τη φήμη του. Ο δρόμος προς την κορυφή θα συνεχιζόταν και με το επόμενο album τους.

”Meddle” (1971)

1.One of these days
2.A pillow of winds
3.Fearless
4.San Tropez
5.Seamus
6.Echoes

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, μπάσο, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, κιθάρα, φωνητικά
Richard Wright: πλήκτρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Pink Floyd
Studio: AIR Studios, Abbey Road Studios, Morgan Studios

Το ”Meddle” θεωρείται ένας από τους καλύτερους δίσκους των Floyd από τους πολυπληθείς οπαδούς της. Οι κύριοι λόγοι γι’ αυτό είναι 2: το εναρκτήριο κομμάτι, ”One of these days”, και το τελευταίο κομμάτι, ”Echoes”. Ας τα δούμε ένα- ένα.

Το ”One of these days” είναι ένα από τα πιο γνωστά instrumentals των Pink Floyd. Αρχίζει με το πιο χαρακτηριστικό, ίσως, bass intro στην ιστορία της rock μουσικής, και όταν αρχίζουν και οι πρώτες νότες από τα keyboards του Wright καταλαβαίνεις ότι έχεις να κάνεις με τραγουδάρα. Ξαφνικά, και ενώ ο Mason αρχίζει να χτυπάει με δύναμη τα τύμπανα (αν έχεις καλό ηχοσύστημα ακούγεται σαν βροντές), ακούς την κλασική φράση: ”One of these days I’m going to cut you into little pieces”, και το τραγούδι σε παρασέρνει με το φρενήρη ρυθμό του. Από εκεί και πέρα ακούς απλά το συγκρότημα να οργιάζει, και συγκεκριμένα τον Gilmour να μαγεύει με τη slide κιθάρα.

Το ”Echoes”, από την άλλη, θέτει σοβαρή υποψηφιότητα για το καλύτερο Pink Floyd τραγούδι ever, αν και αυτός ο χαρακτηρισμός ταιριάζει και σε 4- 5 άλλα κομμάτια (και λίγα λέω). Αλλά πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις αυτό το κομμάτι, αν όχι ΤΕΛΕΙΟ; Αριστούργημα; Πλήρες; Ιστορικό; Όποιος δεν το έχει ακούσει απλά χάνει πολλά. Χάνει συγκινήσεις, ανατριχίλες και συναισθήματα. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σε αυτό το κομμάτι; Καταρχήν, όλα τα sol- αρίσματα του Gilmour. Και το εισαγωγικό μελωδικό, και το κλασικό μετά τη δεύτερη στροφή, και τα τέλεια ”σηκώματα” προς τη μέση. Ο τύπος γεννήθηκε για να sol- άρει και είναι αξεπέραστος. Γιατί δε μιλάμε για τεχνική, μιλάμε για συναίσθημα, αξεπέραστο συναίσθημα. Τι άλλο θαυμάζουμε στο ”Echoes”; Θαυμάζουμε το μεσαίο μέρος του τραγουδιού, όπου σταματάει η μουσική και οι Pink Floyd πειραματίζονται για άλλη μία φορά με περίεργα ηχητικά εφέ. Εν έτη 1971 και οι τύποι δεν κοιτούσαν απλά μπροστά, βρίσκονταν σε άλλο μουσικό κόσμο. Τέλος, θαυμάζουμε την τέλεια φωνητική μελωδία του τραγουδιού. Με το που το ακούς μια φορά σου καρφώνεται κατευθείαν στο μυαλό, και το πιο πιθανό είναι να εθιστείς μια για πάντα στους Floyd. Ό,τι και πούμε για το ”Echoes” είναι λίγο. Από άποψη στίχων, από άποψη μουσικής, από κάθε άποψη αυτό το κομμάτι είναι ένας μουσικός άθλος.

Οπότε μπορούμε να πούμε ότι αξίζει κάποιος να πάρει το ”Meddle” μόνο και μόνο για αυτά τα κομμάτια. Παρ’ όλα αυτά, ας δούμε και τις άλλες στιγμές του κλασικού αυτού δίσκου. Το ”A pillow of winds” είναι μία σύνθεση που μυρίζει Gilmour από χιλιόμετρα, μία ήρεμη μπαλάντα (γνώμη μου είναι, βέβαια, ότι οι Floyd έχουν απείρως καλύτερες μπαλάντες στη δισκογραφία τους) που ο τίτλος της είναι ο πιο ταιριαστός που υπάρχει, μιας και όταν το ακούς πραγματικά νιώθεις ότι βρίσκεσαι στα σύννεφα. Τόσο ήρεμη είναι η ερμηνεία του Gilmour. To επόμενο κομμάτι, ”Fearless”, είναι ένα τραγούδι που με την πρώτη ίσως να μην κερδίζει τις εντυπώσεις, αλλά η αλήθεια είναι ότι στέκεται μια χαρά, απλά έχει τη ατυχία να βρίσκεται στον ίδιο δίσκο με 2 υπερ- κομματάρες. Δεν μπορούμε, βέβαια, να μην αναφέρουμε ότι στο τραγούδι ακούγεται ο ύμνος της Liverpool (”You ‘ll never walk alone”), κάτι που μάλλον ενθουσίασε τους οπαδούς της συγκεκριμένης ομάδας (ή όσους, τέλος πάντων, άκουγαν και Floyd). Σειρά έχει το ”San Tropez”, προσωπική σύνθεση του Waters, που ξαφνιάζει με το ρυθμό και το όλο feeling του, μιας και μπορεί να ακουστεί άνετα από ζευγαράκια που θέλουν να χορέψουν. Τέλος, έχουμε και το ”Seamus”, άλλη μία ”τρελή” ιδέα των Floyd, αφού εδώ την ερμηνεία του Gilmour συνοδεύει ένας… σκύλος. ΟΚ. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι με εξαίρεση τα 2 πολύ γνωστά κομμάτια ο δίσκος χαρακτηρίζεται από ήρεμα, ακουστικά κομμάτια που χαλαρώνουν, κάτι που ίσως να έγινε και επίτηδες μιας και το ”σοκ” που δέχεσαι από τα ”One of these days” και ”Echoes” θα έπρεπε κάπως να αντισταθμίζεται.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: το ”Echoes”, δεν ξέρω αν το τόνισα.

Το ”Meddle” έκανε το όνομα του συγκροτήματος ακόμα πιο γνωστό. Πλέον όλοι περίμεναν τα καλύτερα από αυτούς, ο Gilmour είχε εδραιώσει τη θέση του σαν ένας από τους βασικούς συνθέτες στην μπάντα, και το φάντασμα του Syd Barret φάνταζε πια μακρινό, 3 μόλις χρόνια από την αποχώρηση του. Οι Floyd είχαν αρχίσει να συνθέτουν ήδη τον επόμενο δίσκο τους, αλλά διέκοψαν τις ηχογραφήσεις γιατί δέχτηκαν την πρόταση για την ηχογράφηση άλλου ένα soundtrack. Οπότε τσακ μπαμ, μέσα σε δύο μόλις εβδομάδες είχαν έτοιμο άλλο ένα δίσκο- soundtrack.

”Obscured by clouds” (1972)

1.Obscured by clouds
2.When you ‘re in
3.Burning bridges
4.The gold it’s in the…
5.Wot’s… uh the deal?
6.Mudmen
7.Childhood’s end
8.Free four
9.Stay
10.Absolutely curtains

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, φωνητικά
Richard Wright: πλήκτρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Pink Floyd
Studio: Château d’Hérouville

Το ”Obscured by clouds”, όπως και το ”The soundtrack from the film More”, είναι ένα (σχετικά) παραγνωρισμένο album του συγκροτήματος. Βέβαια, αυτή δεν είναι η μοναδική ομοιότητα τους. Και τα 2 είναι soundtrack, και τα 2 είναι (σχεδόν) καθαρόαιμα rock albums (ιδίως αν τα συγκρίνουμε με τα υπόλοιπα πράγματα που έβγαλε η μπάντα), και τα 2 βρίσκονται σε μία μεταβατική περίοδο του συγκροτήματος. Το μεν ”Soundtrack from the film More” βγήκε με το που έφυγε ο Barrett από την μπάντα και ήταν η αρχή μίας περιόδου πειραματισμών για την μπάντα. Το δε ”Obscured by clouds” βγήκε αμέσως πριν το ”Dark side of the moon”, δηλαδή τη συνθετική και εμπορική εκτόξευση του συγκροτήματος, και κλείνει την πιο πειραματική περίοδο του group. Πάμε να δούμε, όμως, τι θα βρει κάποιος στο ”Obscured by clouds”.

Στο δίσκο αυτό οι Pink Floyd ”χαλαρώνουν”, λίγο πριν τα δώσουν όλα. Τα τραγούδια είναι ευκολοάκουστα και κυμαίνονται από κλασικές Gilmour- ικές μπαλάντες (”Wot’s… uh the deal?”) μέχρι τα instrumental που μας έχουν συνηθίσει οι Floyd σε προηγούμενα album (”Absolutely curtains”). Φυσικά δε λείπει ούτε το χαρακτηριστικό, ήρεμο κομμάτι του Wright (”Stay”), αλλά ούτε και η προσωπική υπογραφή του Waters (”Free four”). Οι αξιόλογες ιδέες ξεχειλίζουν σε όλο το δίσκο, π.χ. το tribal κλείσιμο του ”Absolutely curtains”, οι riff- άρες του ”When you ‘re in” κ.ά. Όπως και στο ”Soundtrack from the film More” στα περισσότερα τραγούδια τραγουδά ο Gilmour, με εξαίρεση 2 τραγουδιών όπου ακούμε τους Waters και Wright. Γενικά το ”Obscured by clouds” περιέχει ό,τι θα ήθελε κάποιος από ένα ‘70s rock δίσκο, τα τραγούδια θα λέγαμε ότι είναι όλα ένα κι ένα, και όσο και να μη μνημονεύτεται αυτός ο δίσκος σαν ένας από τους καλύτερους της μπάντας, δεν μπορείς να μην κολλήσεις μαζί του για αρκετό καιρό.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: το καταπληκτικό ”Childhood’s end”, το ξεχωριστό feeling του ”When you ‘re in”.

Δ’ μέρος: You shone like the sun (ή ”Η χρυσή περίοδος της μπάντας 1: μια μπάντα καθοδηγούμενη από το ταλέντο της”)

Όσο καλός δίσκος και να ήταν το ”Obscured by clouds” είχε ένα μεγάλο μειονέκτημα. Κυκλοφόρησε πριν το ”Dark side of the moon”.

”Dark side of the moon” (1973)

1.Speak to me
2.Breathe
3.On the run
4.Time
5.The great gig in the sky
6.Money
7.Us and them
8.Any colour you like
9.Brain damage
10.Eclipse

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, φωνητικά
Richard Wright: πλήκτρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Pink Floyd
Studio: Abbey Road Studios

Χε, τώρα είναι από αυτές τις αμήχανες στιγμές που πρέπει να γράψεις για ένα δίσκο σαν το ”Dark side of the moon”. Δηλαδή για ένα δίσκο που ξεφεύγει κατά πολύ από χαρακτηρισμούς όπως ορόσημο, μνημείο, κλασικό, μπλα μπλα μπλα. Τι να γράψεις άραγε που να μην έχει γραφτεί;

Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε κάπως το δίσκο: το ”Dark side of the moon” διαφέρει από τα προηγούμενα albums των Floyd για διάφορους λόγους. Για πρώτη φορά οι Pink Floyd επιχειρούν την ηχογράφηση ενός concept album, ενώ οι στίχοι θα γραφτούν ολοκληρωτικά από το Roger Waters. Η συγγραφή της μουσικής θα είναι αποτέλεσμα ομαδικής δουλειάς (με κάποιες εξαιρέσεις, βέβαια), κάτι που έρχεται σε αντίθεση με ό,τι είχαν προσπαθήσει οι Floyd σε albums όπως το ”Ummagumma” και το ”Atom heart mother”. Έχουμε, λοιπόν, ένα album όπου ακούμε τους Pink Floyd εστιασμένους, να μεγαλουργούν σε ένα κλίμα ενθουσιασμού και ομαδικής δουλειάς (στοιχεία που θα χαθούν στο μέλλον). Για πρώτη φορά το συγκρότημα δεν επιχειρεί να συνθέσει ”έπη” τεράστιας διάρκειας, αλλά ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ με όλη τη σημασία της λέξης. Κάποιοι λένε ότι με το ”Dark side of the moon” οι Pink Floyd εγκατέλειψαν το progressive rock ή του έδωσαν έναν ”pop” χαρακτήρα, το έδωσαν στις μάζες. Δεν μπορώ να πω αν έχουν δίκιο ή άδικο, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι το ”Dark side of the moon” από την αρχή μέχρι το τέλος περιέχει την ανώτερη μουσική που είχαν γράψει μέχρι τότε οι Floyd. Πώς να το κάνουμε, όλες οι ιδέες, όλοι οι στίχοι, όλο το feeling που απέπνεε αυτός ο δίσκος ήταν πολλά κλικ παραπάνω απ’ ό,τι είχε κάνει μέχρι τότε το συγκρότημα. Τα 5 προηγούμενα album (όσα έβγαλαν μετά την αποχώρηση του Barrett, δηλαδή) ήταν γεμάτα πειραματισμούς, μεγαλεπήβολες ιδέες, ”χάσιμο”, εξερεύνηση, διάφορα είδη μουσικής. Στο ”Dark side of the moon” έχουμε μία πρωτόγνωρη εστίαση σε κάτι πολύ συγκεκριμένο, μία απλότητα, σαφήνεια θα έλεγε κανείς. Όχι ότι οι Floyd δεν πειραματίζονταν πια, αυτό δεν μπορεί να το πει κάποιος. Η εκτεταμένη χρήση των synthesizers, η πολυκάναλη ηχογράφηση, οι λούπες, τα ηχογραφημένα samples ήταν πράγματα που δεν είχαν ξαναγίνει μέχρι τότε. Οι Pink Floyd χρησιμοποίησαν την τελευταία λέξη της τεχνολογίας για αυτό το album, και το αποτέλεσμα τους δικαίωσε.

Το ”Speak to me” είναι ένα intro όπου ακούγονται διάφορα samples από τα τραγούδια που ακολουθούν. Ο χτύπος της καρδιάς σε καθηλώνει, και σιγά- σιγά αρχίζουν να ακούγονται οι πρώτοι ήχοι που θα σε βάλουν στην ατμόσφαιρα του ”Dark side of the moon”. Μία ταμειακή μηχανή, κάτι ρολόγια, Ι ‘ve been mad for fucking years, absolutely years, ένα γέλιο, ένα ουρλιαχτό και αμέσως ακολουθεί το…

… ”Breathe”. Ακούμε τις πιο γνώριμες συγχορδίες των Floyd, συγχορδίες που θα ξανακουστούν στο album ώστε να υπάρχει αυτή η αίσθηση ”συνόλου και συνέχειας” που χρειάζεται ένα concept album. Ένα τραγούδι τόσο απλό φαινομενικά, τόσο σύντομο, που όμως σε αιχμαλωτίζει μια για πάντα.

Στη συνέχεια έχουμε το ”On the run”, ένα instrumental κομμάτι βασισμένο σχεδόν ολοκληρωτικά σε ήχους βγαλμένους από synthesizers. Samples από εδώ κι από εκεί, διάφοροι ήχοι και φράσεις, νιώθεις ότι είσαι μέρος ενός σκηνικού που ξετυλίγεται μπροστά σου. Με αυτό το κομμάτι οι Pink Floyd κατάφεραν κάτι ακατόρθωτο, να περιγράψουν (και να σε κάνουν να νιώσεις) το άγχος χωρίς καν στίχους.

Η συνέχεια δίνεται με το ”Time”, ένα από τα κλασικότερα τραγούδια του συγκροτήματος. Η εισαγωγή με τα ρολόγια έχει μείνει στην ιστορία, ενώ η συνέχεια με τα rototoms του Mason και το μπάσο του Waters είναι απλά καθηλωτική. Gilmour και Wright δίνουν ρεσιτάλ στα φωνητικά, ενώ το κιθαριστικό solo του πρώτου είναι άλλο ένα διαπιστευτήριο της κλάσης αυτού του κιθαρίστα. Στο τέλος του τραγουδιού ακούμε και το γνώριμη μελωδία του ”Breathe”, κάτι που ονομάστηκε ”Breathe (reprise)”.

Το επόμενο κομμάτι, ”The great gig in the sky”, θα είναι για πάντα συνδεδεμένο με το συνθέτη του, το Richard Wright, και πώς να μην είναι όταν ακούμε αυτόν τον άνθρωπο να μεγαλουργεί στα πλήκτρα; Το μόνο πράγμα που μπορεί να κλέψει την παράσταση είναι η α- νε- πα- νά- λη- πτη φωνητική ερμηνεία της Clare Torry. Εδώ ό,τι και να πούμε είναι λίγο, απλά κλείνουμε τα μάτια και ακούμε ένα θρήνο. Δεν υπάρχουν στίχοι γιατί δε χρειάζονται στίχοι, μόνο συναίσθημα.

Το επόμενο κομμάτι είναι αυτό που έμελλε να γίνει το πιο γνωστό των Floyd, το ”Money”. Οι ήχοι μίας ταμειακής μηχανής, μία χαρακτηριστική μπασογραμμή, ένας ασυνήθιστος ρυθμός, ένα κιθαριστικό solo και ένα solo σαξόφωνο αρκούν για να γράψουν αυτό το κομμάτι στη ιστορία.

Η δύναμη του ”Money” ακολουθείται αρμονικά από την ηρεμία του ”Us and them”, άλλο ένα κομμάτι που ξεχωρίζει η δουλειά του Richard Wright. Gilmour και Wright για άλλη μία φορά μαζί στο μικρόφωνο, ενώ το σαξόφωνο του Dick Parry μαγεύει για δεύτερη φορά.

Χωρίς διακοπή ακολουθεί το ”Any colour you like”, το τελευταίο instrumental κομμάτι του δίσκου. Ένα αρμονικό πάντρεμα πλήκτρων, synthesizers και lead κιθάρας, σχεδόν jam- άρισμα θα το λέγαμε.

Λίγο πριν το τέλος, και ακούμε για πρώτη φορά τη φωνή του Waters να ερμηνεύει το εκπληκτικό ”Brain damage”. Για άλλη μία φορά ακούμε μία από αυτές τις φοβερές συγχορδίες- μελωδίες του συγκροτήματος, πάνω στην οποία χτίζεται όλο το κομμάτι.

Και φτάνοντας στο τέλος συναντάμε το ”Eclipse”, το μουσικό αποκορύφωμα του album, κυρίως στους στίχους. Waters και Gilmour τραγουδάνε τις αλήθειες τους, τα backing γυναικεία φωνητικά ολοκληρώνουν τη σύνθεση, ενώ οι Wright και Mason αποτελούν τα συστατικά που δεν μπορεί να λείπουν απλά.

Και κάπως έτσι ολοκληρώνεται ένας δίσκος του οποίου την ποιότητα δεν μπορέσαμε να περιγράψουμε ούτε για λίγο. Γιατί η ποιότητα του ”Dark side of the moon” δε βρίσκεται ούτε στο ένα μεμονωμένο solo του Gilmour, ούτε στην ερμηνεία της Torry. Το ”Dark side of the moon” είναι ένα αδιάσπαστο σύνολο, εικόνων, στίχων και μουσικής. Εξώφυλλο, samples και μελωδίες δεν μπορούν να διαχωριστούν για να αναλυθούν ξεχωριστά, είναι ένα και το αυτό. Το τι ακούγεται, πότε ακούγεται, γιατί υπάρχει αυτός ο στίχος αντί για τον άλλο, όλα αυτά έχουν ένα νόημα. Το ”Dark side of the moon” αποτελεί έναν πραγματικό μουσικό επίτευγμα, και μόνο όταν το ακούσει κάποιος μπορεί να συνειδητοποιήσει πόσο φτωχές είναι όλες αυτές οι περιγραφές.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: το τι λένε τα samples, τις μελωδίες του ”Time”, την ερμηνεία της Clare Torry στο ”The great gig in the sky”, την απόλυτη αρμονία όλων των οργάνων και φωνών.

Το ”Dark side of the moon” γέμισε τους Floyd λεφτά, φήμη και δόξα. Πλέον θα μιλούσαν για την προ- και τη μετά- ”Dark side of the moon” εποχή. Ήταν υπεράνω όλων, το album είχε σαρώσει τα πάντα, το ίδιο και οι περιοδείες τους, αλλά κάτι τέτοιο εξουθένωσε ψυχικά τα μέλη της μπάντας. Η συγγραφή του νέου album ήταν για πρώτη φορά κάτι το δύσκολο, διάφορα προβλήματα άρχισαν να εμφανίζονται εδώ κι εκεί, αλλά ευτυχώς το αποτέλεσμα ήταν για άλλη μία φορά πάνω από κάθε προσδοκία.

”Wish you were here” (1975)

1.Shine on you crazy diamond (part one)
2.Welcome to the machine
3.Have a cigar
4.Wish you were here
5.Shine on you crazy diamond (part two)

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, μπάσο, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, κιθάρα, φωνητικά
Richard Wright: πλήκτρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Pink Floyd
Studio: Abbey Road Studios

Τώρα βρίσκομαι στη δύσκολη θέση να μιλήσω για ένα δίσκο, για τον οποίο ούτε μπορώ, ούτε θέλω να είμαι αντικειμενικός. Το ”Wish you were here” για μένα είναι ο καλύτερος rock δίσκος όλων των εποχών, περιέχει μουσική που οι περισσότεροι μουσικοί κοίταζαν και θα κοιτάνε με κιάλια από μακριά. Το ”Wish you were here” το βιώνεις, είναι ένα μουσικό έργο που συναρπάζει, που συγκινεί, που σε κάνει να κλαις. Από καθαρά μουσικής πλευράς το ”Wish you were here” μοιάζει να καταφέρνει κάτι ακατόρθωτο. Να περιέχει μέσα σε μόλις 5 τραγούδια (4, αν θεωρήσουμε τα δύο μέρη του ”Shine on you crazy diamond” ένα ενιαίο κομμάτι) στοιχεία από το παρελθόν, το παρών και το μέλλον της rock μουσικής. Την prog rock ελεγεία του ”Shine on you crazy diamond”. Την κρύα, industrial αίσθηση του ”Welcome to the machine”. Την κλασική rock- ιά του ”Have a cigar”. Την μπαλάντα του ”Wish you were here”. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να παίξουν. Τα έπαιξαν όλα σε ένα δίσκο.

Παρ’ όλα αυτά, το ”Wish you were here” συγκλονίζει πρώτα απ’ όλα όχι για τη μουσική του αυτή καθεαυτή, αλλά για τον αέρα νοσταλγίας που αποπνέει. Νοσταλγία για ένα μουσικό, ένα φίλο, το Syd Barrett. Το concept που σκέφτηκε ο Waters για αυτόν το δίσκο είχε να κάνει με την άνοδο και την πτώση (”Shine on you crazy diamond”) κάποιου μέσα στη μουσική βιομηχανία (”Welcome to the machine”, ”Have a cigar”). Και την τελική νοσταλγία για αυτό το άτομο (”Wish you were here”). Ηλίου φαεινότερο ότι ο Waters εμπνεύστηκε από την προσωπική ιστορία του Syd Barret, μιας και ο ταλαντούχος αυτός μουσικός είχε εξαφανιστεί από τα μουσικά δρώμενα από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οπότε μπορούμε να πούμε ότι ήταν πραγματικά τραγική ειρωνεία το γεγονός της 5ης Ιουνίου του ’75: ενώ οι Floyd ήταν στο studio μιξάροντας το δίσκο, μπήκε στο studio ένας παχουλός άνδρας με ξυρισμένο κεφάλι και φρύδια. Κανένας δεν τον αναγνώρισε μεμιάς, αλλά λίγα λεπτά μετά συνειδητοποίησαν ότι το άτομο αυτό ήταν ο Syd Barrett. To γεγονός αυτό συντάραξε τους Floyd, κάποιοι από τους οποίους έβαλαν τα κλάματα. Ο παλιός τους φίλος έμοιαζε χαμένος, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία. Ήταν η τελευταία φορά που οι Pink Floyd θα συναντούσαν το Syd Barrett.

Στο μουσικό μέρος του album, όμως τι έχουμε; Το ”Shine on you crazy diamond” (που χωρίζεται σε 2 μέρη) αποτελεί άλλο ένα έπος της μπάντας, ισάξιο του ”Echoes”. Το solo του Gilmour είναι το καλύτερο που έχει ηχογραφήσει κατά τη γνώμη μου (άντε, μαζί με αυτό το ”Comfortably numb” που θα δούμε πιο κάτω), απλά δε θες να σταματήσεις να ακούς αυτόν το γλυκόπικρο ήχο που βγάζει. Η ουσία της κλάσης του βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το solo. Ούτε γρήγορες ταχύτητες, ούτε τίποτα. Απλώς μία- μία η κάθε νότα μοιάζει να είναι η πιο κατάλληλη για το ρόλο που της δίνει. Και, φυσικά, τα σηκώματα που κάνει είναι το κάτι άλλο, κι ας φαίνεται απλό, δεν είναι. Η εισαγωγή του ανήκει ολοκληρωτικά, τέλος. Όσον αφορά τη συνέχεια, το τραγούδι εξελίσσεται όπως όλα τα έπη των Pink Floyd: αφήνοντας άφωνο τον ακροατή.

Το ”Welcome to the machine”, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια των Floyd, ξεχωρίζει για το σχεδόν industrial άρωμα που έχει. Τα synthesizers σε πρώτο ρόλο, Gilmour και Waters μοιράζονται τα φωνητικά, ενώ τα εφέ που ακούγονται σε βάζουν σε ένα φουτουριστικό concept. Τρομαχτικό κομμάτι, με την κυριολεκτική έννοια του όρου.

Το ”Have a cigar”, από την άλλη, γυρνάει σε μία rock- άδικη φάση. Η χαρακτηριστική μελωδία του συγκροτήματος, φυσικά, δε λείπει, αλλά η έκπληξη του κομματιού βρίσκεται στο ότι πίσω από το μικρόφωνο δε βρίσκεται κανένας από τους 3 τραγουδιάρηδες που ξέρουμε, αλλά ο γνωστός Roy Harper, που σφράγισε με την ερμηνεία του αυτό το κομμάτι.

Συνέχεια με το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, μία από τις κλασικότερες rock μπαλάντες. Την εισαγωγική μελωδία δε θα την ξεχάσεις ποτέ, την τόσο ζεστή φωνή του Gilmour θα την αγαπήσεις, και όταν μάθεις κιθάρα θα το τραγουδάς μόνος σου. Εκτός από τα φωνητικά του κιθαριστικού solo, που είναι κομματάκι δύσκολα και κάτι τέτοια κόλπα τα έκανε συχνά ο Gilmour (π.χ. ”Careful with that axe, Eugene”, ”Money”).

Όπως αρχίζει το album, έτσι και τελειώνει, με το ”Shine on you crazy diamond”. Έτσι νιώθεις ότι ακούγοντας το δίσκο κλείνει ένας νοητός κύκλος, και αναπόφευκτα σου έρχεται στο μυαλό και μία Barrett- ική αύρα. Προσπάθησα (και κατάφερα) να είμαι πολύ, μα ΠΟΛΥ μετρημένος για αυτόν το δίσκο. Η ατμόσφαιρα του είναι το κάτι άλλο. Αξίζει να το ακούς για ένα χρόνο κάθε μέρα π.χ., και μετά άλλο ένα χρόνο όπου θα ακούς το κάθε όργανο ξεχωριστά, την κάθε λεπτομέρεια. Όλα μοιάζουν τόσο αρμονικά, τόσο τέλεια.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: το πώς τελειώνει το ”Shine on you crazy diamond (part two)” , το solo του ”Shine on you crazy diamond (part one)”.

Ε’ μέρος: A crack in the ice (ή ”Η χρυσή περίοδος της μπάντας 2: μία μπάντα καθοδηγούμενη από το ταλέντο του Waters”)

Το ”Wish you were here” ήταν η δεύτερη τεράστια επιτυχία των Pink Floyd. Πλέον μιλάμε για άλλα επίπεδα, π.χ. για το επόμενο album οι Floyd αποφάσισαν να αγοράσουν ένα ολόκληρο κτιριακό συγκρότημα και να χτίσουν ένα καινούριο studio. Εκεί ηχογράφησαν και το επόμενο studio album τους, το ιστορικό ”Animals”.

”Animals” (1977)

1.Pigs on the wing 1
2.Dogs
3.Pigs (three different ones)
4.Sheep
5.Pigs on the wing 2

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, μπάσο, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, κιθάρα, φωνητικά
Rick Wright: πλήκτρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Pink Floyd
Studio: Britannia Row Studios

Το ”Animals” είναι το πρώτο album των Pink Floyd όπου αρχίζει και ραγίζει μία σχέση περίπου δέκα χρόνων. Ενώ μέχρι τότε μπορούσαμε να μιλάμε για 4 μέλη που μπλέκονταν (σχεδόν) ισότιμα στη συνθετική διαδικασία και για 3 τραγουδιστές που ο καθένας είχε τη δυνατότητα να δείξει τις ικανότητες του, από το ”Animals” και μετά άρχισε να ξεχωρίζει ο προσωπικός ρόλος του μπασίστα Roger Waters. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι συνθέσεις και φωνητικές ερμηνείες (με εξαίρεση του ”Dogs”) είναι δικές του, ενώ οι στίχοι (για τρίτο συνεχόμενο δίσκο) ήταν και αυτοί γραμμένοι μόνο από τον ίδιο. Η ηχογράφηση του album ήταν μία δύσκολη διαδικασία, μιας και ο Waters είχε αρχίσει να πιστεύει ότι αυτός ήταν ο μοναδικός συνθέτης του συγκροτήματος, ενώ οι Gilmour, Wright και Mason δεν αναμείχθηκαν πολύ στις συνθετικές διαδικασίες. Η μεγαλομανία του Waters είχε αρχίσει ήδη να φαίνεται, αλλά είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο το ότι όλο αυτό το πράγμα δεν οδήγησε σε μία καταστροφή (ακόμα, τουλάχιστον), αλλά σε έναν ακόμα εξαιρετικό δίσκο.

Μπορούμε να πούμε ότι το ”Animals” είναι ίσως το πιο ”κατεξοχήν” progressive rock album των Pink Floyd (μαζί με το ”Atom heart mother”, θα έλεγα εγώ). Επίσης για πολλούς αποτελεί και προσωπικό αγαπημένο δίσκο του συγκροτήματος. Η αλήθεια είναι ότι το ”Animals” έχει έναν πολύ ξεχωριστό αέρα και ήχο. Ίσως φταίει το ότι για πρώτη φορά παίρνει τα ηνία σχεδόν ολοκληρωτικά ο Waters, ίσως φταίει η αλλαγή του studio μετά από τόσα χρόνια, ίσως φταίει το ότι ο Waters είχε ένα πολύ συγκεκριμένο στιχουργικό concept στο μυαλό του, ίσως όλα μαζί. Το θέμα είναι ότι για άλλη μία φορά οι Floyd έκαναν το θαύμα τους. Αν εξαιρέσουμε τα δύο ”Pigs on the wing” που λειτουργούν στην ουσία σαν intro/outro, τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου είναι ”δύσκολες” συνθέσεις, πάνω από 10 λεπτά, καμία σχέση με το σκεπτικό του ”Dark side of the moon” για παράδειγμα. Το ”Dogs” εισάγει τον ακροατή με τον πιο κατάλληλο τρόπο στην ιδαίτερη ατμόσφαιρα του ”Animals”. Ξεχάστε τις μελωδίες που χαρακτήριζαν το ”Wish you were here”. Εδώ έχουμε ένα τραγούδι που σου ξεδιπλώνεται ακρόαση μετά την ακρόαση. Κάμποσα κιθαριστικά θέματα, ένα κα- τα- πλη- κτι- ικο Gilmour solo, τα πλήκτρα να κρατάνε κι αυτά πρωταγωνιστικό ρόλο, γενικά ένα τραγούδι που η δομή του θέλει σεμινάριο. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια οι Pink Floyd πειραματίζονται σε τέτοιο βαθμό, θυσιάζοντας τον έντονα μελωδικό χαρακτήρα που είχαν στα προηγούμενα albums. Το ”Dogs” (όπως και κάθε σύνθεση του ”Animals”) απαιτεί πολλά από τον ακροατή. Προσοχή στους στίχους, υπομονή και κατανόηση του κάθε μουσικού στοιχείου που εμφανίζεται. Τα ίδια πάνω- κάτω ισχύουν και για το ”Pigs (three different ones)”. Η χαρακτηριστική εισαγωγή του Wright οδηγεί σε μία αξέχαστη ερμηνεία του Waters, ο οποίος τα δίνει όλα, σε couplet και refrain. Ο Gilmour για άλλη μία φορά ξεχωρίζει κάνοντας τα δικά του (χρησιμοποιώντας και ένα talk box) και γενικά πρέπει να κάνεις προσπάθεια ώστε να μη χάσεις κάτι από όλα αυτά που ακούς σε αυτό το κομμάτι. Οι τύποι μοιάζουν να μη χαμπαριάζουν από επιταγές μόδας/απαιτήσεις κοινού/μουσικό παρελθόν κλπ. Δεν κωλώνουν να ”ξεχειλώσουν” το τραγούδι, δεν μπαίνουν στον πειρασμό να γράψουν εύκολες μελωδίες επειδή ”έτσι μπορούνε”. Το σκηνικό παραμένει το ίδιο και στο ”Sheep”. Με πιο ανεβασμένες ταχύτητες και μία έντονη ερμηνεία από το Waters, το ”Sheep” χαρακτηρίζεται από τα παιχνίδια μπάσου- πλήκτρων, το σημείο όπου ακούγεται ο δήθεν ψαλμός, αλλά και τα ”λιτά” κιθαριστικά θέματα- συγχορδίες που υπάρχουν και στα υπόλοιπα τραγούδια. Γενικά το ”Animals” είναι ένα album με έντονο στιχουργικό concept και τραγούδια που χαρακτηρίζονται από περίεργες δομές, μελωδίες και φωνητικές ερμηνείες, μακριά απ’ ό,τι συνηθίσαμε στους δύο προηγούμενους δίσκους του συγκροτήματος. Παρ’ όλα αυτά η ”δυσκολία” του ”Animals” είναι και η ομορφιά του. Άπαξ και ”πιάσεις” το που το πάνε οι Floyd, άπαξ και παγιδευτείς στη (φαινομενικά) απλή δουλειά που κάνει η κιθάρα και τα πλήκτρα, θα καταλάβεις ότι με αυτό το album η μπάντα απέδειξε πως γίνεται να ακουστείς ουσιώδης και πρωτοπόρος με τα πιο απλά μουσικά συστατικά, και χωρίς καν να επαναλάβεις πατέντες που ο ίδιος δημιούργησες σε προηγούμενους δίσκους. Βασικά οι Pink Floyd απέδειξαν ότι στον κολοφώνα της δόξας τους διακατέχονται από το ίδιο μουσικό σαράκι για εξερεύνηση που τους οδήγησε σε ένα ”Ummagumma” ή σε ένα ”Atom heart mother”. Ουσιαστικά επιβεβαίωσαν για άλλη μία φορά τον progressive χαρακτήρα τους. Και σε μία εποχή που το punk μεσουρανούσε, ε, μην ξεχνιόμαστε.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: την πανέμορφη κιθαριστική μελωδία που παίζει ο Gilmour στο ”Dogs”, τη μουσική και στιχουργική αντίθεση των δύο ”Pigs on the wing”, το κοινωνικοπολιτικό concept.

Το γεγονός ότι το ”Animals” ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του ”παιδί” του Waters, διατάραξε για πρώτη φορά τις ισορροπίες μέσα στο συγκρότημα. Η περιοδεία που ακολούθησε ήταν ένα συνεχόμενο τεστ νεύρων και για τους 4: ο Waters είχε απομονωθεί εντελώς (πήγαινε στην κάθε συναυλία μόνος του και έφευγε αμέσως μετά τη λήξη του set), ο Wright ήταν στα πρόθυρα της αποχώρησης, ενώ ο Gilmour είχε απογοητευθεί από τη γενικότερη πορεία του συγκροτήματος, νιώθοντας ότι δεν έχουν να προσφέρουν κάτι περισσότερο σαν μπάντα. Αποκορύφωμα του προβληματικού χαρακτήρα του Waters ήταν το γεγονός που συνέβη σε μία συναυλία στο Montreal: ο Waters έφτυσε έναν οπαδό που τον ενοχλούσε με φωνές ενθουσιασμού καθ΄όλη τη διάρκεια της συναυλίας. Το γεγονός αυτό συντάραξε το Waters που συνειδητοποίησε ότι είχε χτίσει έναν ”τοίχο” ανάμεσα σε αυτόν και το κοινό του.

”The wall” (1979)

Disc 1:

1.In the flesh?
2.The thin ice
3.Another brick in the wall part 1
4.The happiest days of our lives
5.Another brick in the wall part 2
6.Mother
7.Goodbye blue sky
8.Empty spaces
9.Young lust
10.One of my turns
11.Don’t leave me now
12.Another brick in the wall part 3
13.Goodbye cruel world

Disc 2:

1.Hey you
2.Is there anybody out there?
3.Nobody home
4.Vera
5.Bring the boys back home
6.Comfortably numb
7.The show must go on
8.In the flesh
9.Run like hell
10.Waiting for the worms
11.Stop
12.The trial
13.Outside the wall

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, μπάσο, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, κιθάρα, φωνητικά
Richard Wright: πλήκτρα
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Bob Ezrin, David Gilmour, James Guthrie και Roger Waters
Studio: Super Bear Studios, Studio Miraval, CBS Studios, Cherokee Studios, The Village Recorder, Producers Workshop.

Για το ”The wall” βρίσκομαι στην ίδια αμήχανη θέση που βρισκόμουν όταν προσπαθούσα να περιγράψω το ”Wish you were here”. Το ”The wall” είναι έργο τέχνης. Αιώνιο. Το ”The wall” αξίζει αναλύσεις επί αναλύσεων, διπλωματικές, βιβλία. Το μουσικό του μέρος είναι κάτι το ανεπανάληπτο, κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Ένα μόνο άτομο (ο Roger Waters) έγραψε σχεδόν ολόκληρο το album. Ένα album που είναι διπλό και περιέχει τις πιο σκοτεινές συνθέσεις των Pink Floyd. Βαρύ σαν metal σε σημεία (π.χ. η εισαγωγή του ”In the flesh?”, το riff που ακούγεται στο ”Waiting for the worms”, το τέλος του ”The trial”), ακουστικά σημεία που όμως περιέχουν τόσο σκοτάδι όσοι οι στίχοι που τα ντύνουν (π.χ. ”Goodbye blue sky”, ”Hey you”), στιγμές που δεν μπορείς παρά να τις περιγράψεις σαν σκατόψυχες (”Nobody home”). Από εκεί και πέρα θα ακούσεις και hard rock επιρροές (”Young lust”) που ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μες στο γάλα, αλλά και τραγούδια που φτάνουν στα όρια της οπερέτας (”The trial”). To στιχουργικό μέρος του album είναι και αυτό κάτι το ανεπανάληπτο. Ο Roger Waters γράφει ένα σχεδόν βιωματικό έργο και το αποτέλεσμα είναι υπεράνω σχολιασμού. Κάθε στίχος, κάθε γραμμή είναι τόσο σοφά μελετημένη και τοποθετημένη στα αυλάκια του δίσκου. Ενός δίσκου που επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο τον τίτλο του ”concept album”. Το ”The wall” είναι ακριβώς αυτό, ο ορισμός του concept δίσκου. Μουσικά μοτίβα που επαναλαμβάνονται, στιχουργικές ιδέες που εκπλήσσουν, ερωτήματα που ζητάνε απάντηση και προκαλούν τον ακροατή. Νομίζω ότι ο οποιοσδήποτε που θα κάτσει να ακούσει και τα δύο C.D. του ”The wall” με το βιβλιαράκι ανά χείρας, θα μπει στον πειρασμό να αναφωνήσει: ”αυτήν τη στιγμή ακούω ό,τι ανώτερο έχει γραφτεί ποτέ”.

Και είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι όλο αυτό το έργο γράφτηκε σχεδόν αποκλειστικά και μόνο από ένα άτομο. Το Roger Waters. Ο τύπος απλά πέτυχε ένα μουσικό επίτευγμα που λίγοι μπορούν να καυχιούνται ότι έκαναν κάτι ανάλογο. Με αφορμή το συμβάν στο Montreal με έναν οπαδό του συγκροτήματος, ο Waters κάθησε και έγραψε ολόκληρο το concept του ”The wall”. Αφού ετοίμασε και το ανάλογο demo, το παρουσίασε στην υπόλοιπη μπάντα, και όλοι μαζί άρχισαν την ηχογράφηση του νέου δίσκου με τη βοήθεια των παραγωγών Bob Ezrin και James Guthrie.

Αν η ηχογράφηση του ”Animals” έδειξε τα πρώτα σημάδια της ρήξης της σχέσης ανάμεσα στο Waters και τα υπόλοιπα μέλη, η ηχογράφηση του ”The wall” κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά αυτήν τη σχέση, ιδίως ανάμεσα στο Waters και το Wright. Σπάνια έπαιζαν και οι 4 μαζί, συνήθως ο καθένας ηχογραφούσε μόνος του. Ο Wright δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στο βαρύ πρόγραμμα που είχε βάλει ο Waters, μιας και εκείνη την εποχή πάλευε με δικά του προσωπικά προβλήματα (διαζύγιο, απογοήτευση κλπ.). Σαν αποτέλεσμα ο Waters (ο οποίος έπαιρνε πλέον κάθε απόφαση μόνος του) διαμήνυσε στους managers του συγκροτήματος ότι αν ο Wright δεν μπορούσε να δουλέψει σε εντατικότερους ρυθμούς θα έπρεπε να φύγει από το συγκρότημα, ενώ απείλησε ότι σε αντίθετη περίπτωση δε θα προχωρούσε στην κυκλοφορία του ”The wall”. Τελικά ο Wright, με σκοπό να μην τιναχτούν τα πάντα στον αέρα, αποχώρησε από το συγκρότημα λίγο πριν την κυκλοφορία του album.

Μέσα σε αυτό το ψυχρό κλίμα, λοιπόν, ηχογραφήθηκε αυτό το αριστούργημα που όλοι ακούμε σήμερα. Δεν έχει και τόσο νόημα να αναλωθούμε σε ξεχωριστή περιγραφή του κάθε τραγουδιού. Αρκεί να αναφέρουμε ότι το κάθε ένα είναι τόσο μα τόσο ξεχωριστό, και μουσικά και στιχουργικά. Η αλληλουχία των κομματιών γίνεται με θεσπέσιο τρόπο, μπορείς να δεις το ”The wall” σαν ένα ενιαίο έργο από την αρχή μέχρι το τέλος, μία rock όπερα. Ο τρόπος που ερμηνεύει ο Roger Waters τα περισσότερα κομμάτια βοηθάει σε αυτόν τον τομέα, δηλαδή στη θεατρικότητα της μουσικής. Ο τύπος πρέπει να έφτασε στα όρια της σχιζοφρένειας για να ηχογραφήσει τις φωνές όλων των ”ρόλων” του έργου. Αν ο Gilmour χαρακτηρίζεται για την ήρεμη φωνή του, τότε ο Waters έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα υστερικά φωνητικά που κάνει εδώ κι εκεί. Αυτή ακριβώς η ακατέργαστη φωνή του είναι που ευθύνεται για το τόσο μεγάλο συναισθηματικό βάρος των ερμηνειών αυτού του δίσκου. Ο Waters εδώ βιώνει, μιλάει για τον εαυτό του, και σαν αποτέλεσμα ανατριχιάζει με τα όσα λέει. Ο Gilmour, από την άλλη, αν και τραγουδάει σε πολύ λίγα κομμάτια, προλαβαίνει να αφήσει και αυτός το στίγμα του με τα πάντα πανέμορφα φωνητικά του. Φυσικά το στίγμα του στο δίσκο το έχει αφήσει ούτως ή άλλως, μιας και έχει συγγράψει με το Waters τα ”Young lust”, ”Run like hell” και ”Comfortably numb”, με το τελευταίο να αποτελεί το τραγούδι που θα είναι για πάντα συνδεδεμένο με τ’ όνομα του. Ο λόγος; Μα φυσικά τα δύο κιθαριστικά solo που κάνει, με το τελευταίο να βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για το καλύτερο guitar solo όλων των εποχών. Τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν το solo αυτό, γιατί τα λόγια πολλές φορές δεν μπορούν να περιγράψουν συναισθήματα, και εδώ μιλάμε μόνο για συναίσθημα. Τέλος, οι Wright και Mason για άλλη μία φορά αποτελούν τα θεμέλια για να χτιστεί όλος ο Pink Floyd ήχος πάνω τους. Ιδίως ο Wright, αν και αποχώρησε/απολύθηκε κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, πρόλαβε να αφήσει το στίγμα του για άλλη μία φορά, εξ’ άλλου δε θα μπορούσε ένας τέλειος Pink Floyd δίσκος να βγει χωρίς τη συμβολή και των τεσσάρων.

Πέρα από τα όσα είπαμε για το ”Comfortably numb”, δε θα μπορούσε να μη γίνει αναφορά και στο μεγάλο ”hit” του δίσκου (αν και οι ίδιοι οι Pink Floyd δε θα δέχονταν με τίποτα αυτό το χαρακτηρισμό για κομμάτι τους), το ”Another brick in the wall part 2”. Τραγούδι- σύμβολο της αμφισβήτησης και εναντίωσης στο υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα, με τη σχολική χορωδία να αφήνει τη στάμπα της στο πιο γνωστό, ίσως, κομμάτι του συγκροτήματος. Με τον Gilmour να δίνει για άλλη μια φορά ρέστα στη lead κιθάρα, όπως κάνει και στο ”Hey you”, όπως κάνει και σε κάθε άλλη στιγμή που αποφασίζει να sol- άρει.

Είπαμε και πριν ότι το να επιχειρήσεις να περιγράψεις/αναλύσεις το ”The wall” κομμάτι- κομμάτι θέλει μελέτη, όρεξη και ψάξιμο. Δεν είναι τυχαίο π.χ. ότι στα 3 ”Another brick in the wall” ακούμε την ένταση (οργάνων και φωνής) να ανεβαίνει από κομμάτι σε κομμάτι. Ή ότι το ”Goodbye cruel world” τελειώνει τόσο απότομα, σχεδόν πριν καν τελειώσει ο στίχος. Όλα αυτά έγιναν μελετημένα από ένα Waters που σε αυτήν τη συγκυρία ξεδίπλωσε όλο το ταλέντο του. Παρ’ όλα αυτά, η αντίστροφη μέτρηση για την ύπαρξη του συγκροτήματος είχε ήδη αρχίσει.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: τα μουσικά θέματα που επαναλαμβάνονται, τη σκοτεινή υφή των περισσότερων τραγουδιών, τους ενδοσκοπικούς στίχους του Waters.

Μετά την κυκλοφορία του ”The wall” ακολούθησε μία περιοδεία με μεγαλεπήβολα σχέδια, όπου η μπάντα έπαιζε ολόκληρο το album και κατά τη διάρκεια του set χτιζόταν ένας τοίχος ανάμεσα σε αυτήν και το κοινό, ο οποίος καταστρεφόταν στο τέλος της συναυλίας. Το ίδιο καταστροφικές ήταν και οι προσωπικές σχέσεις της μπάντας, βέβαια. Ο καθένας έφτανε στη συναυλία με το προσωπικό του όχημα, τα οποία πάρκαραν σε σχήμα κύκλου ώστε να μη συναντώνται μεταξύ τους όταν έβγαιναν από αυτά. Ο Waters έμενε σε ξεχωριστό ξενοδοχείο από τους υπόλοιπους, ενώ ο Wright συμμετείχε στην περιοδεία σαν έμμισθος μουσικός (ο οποίος Wright ήταν και ο μοναδικός που είχε οικονομικό κέρδος από αυτήν την περιοδεία, μιας και το συγκρότημα έχασε μεγάλα ποσά για να φέρει εις πέρας όλα αυτά τα σκηνικά). Το μέλλον δεν ήταν τίποτε άλλο από δυσοίωνο.

Στ’ μέρος: Do you think we should be closer? (ή ”Πως καταστρέφεται ένα μεγάλο συγκρότημα”)

Μπαίνοντας στα ‘80s οι Pink Floyd σαν συγκρότημα ήταν σε οριακό σημείο, κάτι που φάνηκε και από τα 4 χρόνια που πέρασαν μέχρι να βγει νέος δίσκος. Με το Wright έξω από την εικόνα, το Waters να πιστεύει ότι η μπάντα είναι αυτός, τα οικονομικά τους όχι και στα καλύτερα, αλλά με μπόλικη καλλιτεχνική αναγνώριση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το τέλος ήταν κοντά. Και όντως κάπως έτσι ήταν.

”The final cut” (1983)

1.The post war dream
2.Your possible pasts
3.One of the few
4.The hero’s return
5.The gunner’s dream
6.Paranoid eyes
7.Get your filthy hands off my desert
8.The Fletcher memorial home
9.Southampton Dock
10.The final cut
11.Not now John
12.Two suns in the sunset

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, φωνητικά
Roger Waters: μπάσο, κιθάρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Roger Waters, James Guthrie και Michael Kamen
Studio: Outside Studios, Billiard Room Studios, Mayfair Studios, Olympic Studios, Abbey Road Studios, Eel Pie Studios, Audio International, RAK Studios.

Το ”The final cut” θεωρείται από πολλούς ένα solo album του Waters, παρά δίσκος των Pink Floyd. Ναι, στο εξώφυλλο γράφει το όνομα τους, στα credits βλέπουμε και τους Gilmour και Mason, αλλά ολόκληρο το album (στίχοι, μουσική, artwork) είναι αποκλειστική δουλειά του Roger Waters. Χωρίς να υπάρχει μπάντα στην ουσία, με τον καθένα να δουλεύει μόνο του και το Waters να δίνει όλες τις εντολές για άλλη μία φορά, το κλίμα ήταν κάτι παραπάνω από τεταμένο.

Μόνο που αυτήν τη φορά το αποτέλεσμα δε δικαίωσε το Waters. Το ”The final cut” θεωρείται από πολλούς σαν ένα από τα χειρότερα album του συγκροτήματος. Από την άλλη υπάρχουν και άλλοι τόσο φανατικοί ΄΄Waters- άκηδες΄΄ που υπερασπίζονται μέχρις εσχάτων τις επιλογές του αγαπημένου τους συνθέτη. Προσπαθώντας να προσεγγίσουμε το ”The final cut” κάπως αντικειμενικά (όσο δύσκολο και να είναι αυτό), πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι ο δίσκος που ”χαλάει” το σερί των ιστορικών δίσκων του συγκροτήματος. Προσωπικά το βρίσκω χειρότερο και από πολλά παλιότερα album (π.χ. ”A saucerful of secrets”, ”Atom heart mother” κ.ά.), αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι ο δίσκος είναι για πέταμα, εξάλλου για τους Floyd μιλάμε. Υπάρχουν μπόλικες αξιόλογες στιγμές στο album, απλά φαίνεται ότι ο Waters εδώ έχασε το στοίχημα του να συνθέσει μόνος του άλλο ένα album αντάξιο του ”The wall”.

Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του δίσκου είναι ότι πάμπολλες φορές επαναλαμβάνονται ίδιες μελωδίες, φωνητικές γραμμές κλπ. Ίσως αν υπήρχαν λιγότερα τραγούδια το αποτέλεσμα να ήταν πολύ πιο αξιόλογο, αλλά δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν έγινε. Με κάποιες εξαιρέσεις σχεδόν όλα τα τραγούδια ακολουθούν την ίδια δομή: πομπώδη πλήκτρα, ορχήστρα, ο Waters να ψιθυρίζει ή να ουρλιάζει σε γνώριμες μελωδίες από το ”The wall”. Εννοείται ότι κάποιες στιγμές ξεχωρίζουν, όπως η ανατριχιαστική ομώνυμη σύνθεση (παραβλέποντας τυχόν ομοιότητες με το ”Comfortably numb”), το ”The Fletcher memorial home”, όπου ο Waters τα δίνει όλα, αλλά και το μικρό ”One of the few”, το οποίο μέσα σε τόσο μικρή διάρκεια προλαβαίνει να σε στοιχειώσει. Η αλήθεια είναι ότι ο Waters εδώ κάνει κάποιες από τις πιο παθιασμένες ερμηνείες του, και αυτό σε στιγμές ανυψώνει το δίσκο πολλά επίπεδα πάνω. Αντιθέτως, η δουλειά του Gilmour στις κιθάρες είναι ίσως η λιγότερη καλή που υπάρχει σε δίσκο των Floyd. Λες και το κάνει επίτηδες για να τη σπάσει στο Waters, ο Gilmour όποτε sol- άρει απλά δε φτάνει στην κορύφωση, σε αφήνει ένα σημείο πιο κάτω. Εκεί, δηλαδή, που άλλοτε περίμενες να απογειωθεί το κομμάτι, τώρα αυτό δε γίνεται.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι ο Waters την πάτησε υπερεκτιμώντας τις ικανότητες του ως συνθέτης. Πίστεψε ότι θα μπορούσε να βγάλει ένα πιο πομπώδες ”The wall”, αλλά κάτι τέτοιο δε συνέβη. Πέρα από κάποιες λαμπερές στιγμές εδώ κι εκεί, το album παραμένει ”λιγο” για Pink Floyd, ιδίως αν συγκριθεί με τις παλιότερες δουλειές τους. Τι έφταιξε γι’ αυτό; Πέρα από την εγωμανία του Waters, μάλλον το ότι για πρώτη φορά η μπάντα είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο, δηλαδή με ένα μέλος εκτός (Wright), και τους υπόλοιπους να μη μιλιούνται μεταξύ τους (αυτό, βέβαια, ισχύει περισσότερο για τους Waters- Gilmour). Συν το ότι ο Waters μάλλον είχε ”στερέψει” συνθετικά μετά από δύο αριστουργήματα που είχε γράψει σχεδόν μόνος του, δεν είναι παράξενο που το ΄΄The final cut΄΄ αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις πιο αμφιλεγόμενες στιγμές του συγκροτήματος.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: τις ερμηνείες του Waters, το ”Not now John” που ξαφνιάζει με τη διαφορετικότητα του.

Μετά την κυκλοφορία του ”The final cut”, η μπάντα ουσιαστικά πέθανε. Ο καθένας ασχολήθηκε με τα προσωπικά του projects, ο Waters δήλωνε ότι οι Floyd είχαν τελειώσει, και κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα γίνει στο μέλλον. Παρ’ όλα αυτά, ο Gilmour δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του κουβέντα.

Ζ’ μέρος: I have always been here (ή ”Μια μπάντα καθοδηγούμενη από το ταλέντο του Gilmour”)

Στα μέσα των ‘80s, η κατάσταση στο Floyd- ικό σύμπαν ήταν νεκρή. Κανένας δε φαινόταν διατεθειμένος να ρίξει νερό στο κρασί του, οπότε η solo πορεία φαινόταν ως η μοναδική διέξοδος. Ωστόσο γρήγορα φάνηκε ότι κάτι τέτοιο δε ”γέμιζε” (με πολλές έννοιες) τα μέλη των Pink Floyd, με αποτέλεσμα οι Gilmour και Mason να αποφασίσουν να συνεχίσουν το συγκρότημα, παρά τη θέληση του Waters. Ο οποίος Waters γρήγορα κινήθηκε με νομικές διαδικασίες ώστε το όνομα των Pink Floyd να μη χρησιμοποιηθεί ξανά (πόσο μάλλον αν δε συμπεριλαμβανόταν κι αυτός στο πλάνο), κάτι που τελικά οδήγησε στα δικαστήρια την μπάντα, με τελικούς νικητές τους Gilmour και Mason και το Waters πικραμένο (και οργισμένο) ηττημένο. Η δεύτερη πορεία των Pink Floyd, χωρίς έναν από τους βασικούς τους συνθέτες, κάπου εδώ ξεκινούσε.

”A momentary lapse of reason” (1987)

1.Signs of life
2.Learning to fly
3.The dogs of war
4.One slip
5.On the turning away
6.Yet another movie/Round and around
7.A new machine (part 1)
8.Terminal frost
9.A new machine (part 2)
10.Sorrow

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, πλήκτρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Bob Ezrin & David Gilmour
Studio: Astoria.

Αν το ”The final cut” ήταν ένα ”solo” album του Waters, τότε το ”A momentary lapse of reason” είναι ένα ”solo” album του Gilmour. Ναι, ο Mason όπως και ο Wright παίζουν κανονικά στο δίσκο (ο δεύτερος αναφέρεται σαν guest για νομικούς λόγους), αλλά όλα τα κομμάτια έχουν γραφτεί από τον Gilmour (με τη βοήθεια και άλλων μουσικών), οποίος προσπαθεί να αποδείξει ότι μπορεί να συνεχίσει τους Pink Floyd χωρίς το Waters. Το κατάφερε;

Η αλήθεια είναι ότι το ”A momentary lapse of reason” θεωρείται η δεύτερη ”πατάτα” των Floyd μαζί με το ”The final cut”. Οι αιτίες είναι ίδιες: και τα δύο album δείχνουν ότι είναι αδύνατο ένα μέλος να μπορέσει να συνθέσει κάτι που να φτάνει το επίπεδο σύνθεσης και των τεσσάρων μαζί. Ο Gilmour έχει πολλές αξιόλογες ιδέες, όπως είχε και ο Waters στο ”The final cut”, αλλά τις επαναλαμβάνει, ενώ δεν υπάρχουν πολλές στιγμές κρούφωσης, ακριβώς όπως συμβαίνει και στο ”The final cut”. Και οι δύο δίσκοι, εν τέλει, χαρακτηρίζονται από τις προσωπικές συνθετικές αδυναμίες του δημιουργού τους. Αλλά και από τις συνθετικές του ιδιαιτερότητες. Τι ιδιαιτερότητες, λοιπόν, θα βρούμε στο ”A momentary lapse of reason”;

Καταρχήν για πρώτη φορά θα βρούμε σε δίσκο των Floyd τόσους πολλούς guest μουσικούς. Ο Gilmour συνειδητοποίησε τις αδυναμίες του και δε δίστασε να στηριχτεί πάνω σε φτασμένους μουσικούς για να φτάσει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όχι μόνο εμπιστεύεται ξένους μουσικούς να παίξουν τα μέρη που έχει στο μυαλό του, αλλά στηρίζεται πάνω τους και συνθετικά.

Ένα άλλο στοιχείο του δίσκου που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι και η χρονολογία που βγήκε. Η δεκαετία του ’80 ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν του ’70. Αυτό επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το δίσκο και τις μουσικές ιδέες του Gilmour. Πολλοί κατηγορούν τον κιθαρίστα για τις ”pop” ιδέες του, την εκτεταμένη χρήση των synths, τις light μελωδίες αλλά και για την παραγωγή του album. Όλοι αυτοί ξεχνάνε ότι, καλώς ή κακώς, μιλάμε για τα ‘80s, μιλάμε για μία δεκαετία που μουσικά ίσως να μην ”χώραγε” τους Floyd όπως τους είχαμε στο μυαλό μας.

Αυτό το τελευταίο είναι και ο βασικός λόγος που το ”A momentary lapse of reason” ξενίζει μέχρι σήμερα πολλούς φίλους του group. Η φύση του album είναι ξένη προς αυτήν που είχαμε συνηθίσει με τις προηγούμενες δουλείες των Floyd. Εκεί που όλοι είχαν συνηθίσει τους καυστικούς στίχους του Waters και τις prog ελεγείες, ξαφνικά ακούνε ένα album με τους ρηχούς, κατά γενική ομολογία, στίχους του Gilmour και πιο ”βατές” συνθέσεις που μάλλον δεν ταίριαζαν σε ένα τέτοιο συγκρότημα.

Παρ’ όλα αυτά, όπως είπαμε και στην αρχή, ο δίσκος δεν είναι για πέταμα, στην ουσία εγκαινιάζει μία νέα εποχή για το συγκρότημα. Μία εποχή όπου το πάνω χέρι έχει ο David Gilmour και φυσικό είναι να προτιμήσει τις δικές του μουσικές επιλογές για οδηγό. Μουσικές επιλογές που οδηγούν σε πολλές αξιόλογες στιγμές μέσα στο δίσκο. Το ”Yet another movie/Round and around” μαγεύει με τα έντονα συναισθήματα που δημιουργεί, παρόμοιο κλίμα υπάρχει και στο ”On the turning away”, ενώ τα ”Learning to fly” και ”Sorrow”, όσο και να ξινίζουν κάποιους, θεωρούνται πια μέρος της ιστορίας των Floyd. Ναι, ο Gilmour χρησιμοποιεί πάνω- κάτω τις ίδιες πατέντες σε όλα τα κομμάτια: έντονοι ήχοι από keyboards, ‘80s παραγωγή, παρόμοιες γραμμές φωνητικών στα περισσότερα κομμάτια, πιασάρικες δομές και μία προσπάθεια να βασίζεται το τραγούδι σε έντονες, συναισθηματικές μελωδίες. Σίγουρα δεν του βγαίνει παντού, και γι’ αυτό το ”A momentary lapse of reason” δεν έχει το status που θα ήθελε ο δημιουργός του. Πολλές ιδέες επαναλαμβάνονται, σε σημεία κουράζει πολύ, παρ’ όλα αυτά ο δίσκος έχει και τις στιγμές του.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: το πανέμορφο break στο ”Sorrow”, την υποσχόμενη εισαγωγή του ”Signs of life”.

Το ”A momentary lapse of reason” ξαναέφερε τους Pink Floyd στο προσκήνιο, μετά από αρκετά χρόνια απουσίας. Με το Waters να σκυλιάζει από το κακό του, οι Floyd άρχισαν σιγά- σιγά να ξεκινάνε νέες περιοδείες, συναυλίες σε στάδια και γενικά να ξαναμπαίνουν σε ένα κλίμα ζωντανής μπάντας. Με το Wright πλέον full- time μέλος και με τα νομικά προβλήματα του Waters λυμένα, ο Gilmour άρχισε να οραματίζεται το επόμενο βήμα του συγκροτήματος. Κάτι που πήρε κάμποσα χρόνια να ολοκληρωθεί, μιας και ο καθένας ήταν απασχολημένος με διάφορα άλλα projects. Η αναμονή, πάντως, άξιζε τον κόπο.

”The division bell” (1994)

1.Cluster one
2.What do you want from me
3.Poles apart
4.Marooned
5.A great day for freedom
6.Wearing the inside out
7.Take it back
8.Coming back to life
9.Keep talking
10.Lost for words
11.High hopes

Line- up: David Gilmour: κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα, φωνητικά
Richard Wright: πλήκτρα, φωνητικά
Nick Mason: τύμπανα

Παραγωγός: Bob Ezrin, David Gilmour
Studio: Britannia Row Studios, Astoria

Το ”The division bell” αποτελεί το τελευταίο studio album των Pink Floyd, οπότε έχει μία ξεχωριστή βαρύτητα. Ευτυχώς για όλους μας ο δίσκος είναι εξαιρετικός, πολύ καλύτερος από το ”A momentary lapse of reason” και καλύτερος ακόμα και από το ”The final cut” για μένα. Γενικά πρόκειται για μία πολύ ποιοτική κυκλοφορία, αντάξια να φέρει το όνομα των Floyd και αντάξια να κλείνει την πορεία τους. Ακόμα και αυτοί που δε γουστάρουν τη μετα- Waters εποχή και τη μουσική στροφή του συγκροτήματος, πρέπει να παραδεχτούν ότι στο ”The division bell” ο Gilmour πέτυχε ένα άρτιο αποτέλεσμα.

Ο δίσκος ξεκινά με το ”Cluster one”, ένα εισαγωγικό instrumental που θυμίζει το ρόλο του ”Signs of life”, μόνο που εδώ το αποτέλεσμα είναι πολύ πιο εμπνευσμένο. Οι πρώτες ανατριχίλες των ‘90s Pink Floyd προσφέρονται όταν ακούς Gilmour και Wright μαζί να παίζουν μελωδίες που θυμίζουν κάτι από παλιά. Από εκεί και έπειτα o δίσκος αφήνεται στο να σε συγκινεί με τραγουδάρες που πλέον έχουν γίνει κλασικές. ”What do you want from me” και γνωρίζουμε ένα νέο πρόσωπο των Pink Floyd, ένα πρόσωπο που τους πάει πολύ. ”A great day for freedom” και οι ουράνιες μελωδίες σε συνεπαίρνουν. ”Wearing the inside out” και ακούμε τη φωνή του Wright σε μία σύνθεση που νιώθεις ότι σου ”χαϊδεύει” τα αυτιά. ”Take it back”, μία χαρούμενη σύνθεση που ”ξεφεύγει” από κλίμα των περισσότερων κομματιών και θυμίζει κάτι από ”Learning to fly”. Το κάθε τραγούδι έχει αυτό το ”κάτι” που λέμε και ξεχωρίζει. Είτε μιλάμε για το (κλασικό) instrumental του ”Marooned”, είτε για τα μαγικά ”Coming back to life” και ”Keep talking”. Άλλα όλα αυτά μοιάζουν πραγματικά ένα τίποτα μπροστά στο τελευταίο τραγούδι του δίσκου, το ανυπέρβλητο ”High hopes”, που μοιάζει να περικλείει ό,τι ακούστηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Πιάνο που σε ανατριχιάζει, refrain που γίνεται μέρος του εαυτού σου μετά από λίγες ακροάσεις και ένα solo που σφραγίζει με δόξα την πορεία των Pink Floyd.

Το ”The division bell” δίκαια έγραψε το δικό του, ξεχωριστό κεφάλαιο στην Floyd- ική ιστορία. Ένα κεφάλαιο που έμαθε τους Pink Floyd σε μία νέα γενιά, ένα κεφάλαιο γεμάτο μουσική που άξιζε να ακουστεί στα ‘90s από το καλύτερο συγκρότημα (τουλάχιστον) των ‘70s. Λες και απέκτησαν ξαφνικά μία δεύτερη νιότη, λες και ο Gilmour ”δανείστηκε” κάτι από την έμπνευση που είχε 15 χρόνια πριν, οι Floyd έγραψαν μουσική που άξιζε να υπογράφεται από το όνομα τους πολύ περισσότερο από το μπερδεμένο ”A momentary lapse of reason” ή το Waters- ικό ”The final cut”. Πολλοί γκρίνιαξαν (ακόμα γκρινιάζουν) για την επιρροή της Polly Samson (συζύγου του Gilmour) στους στίχους της μπάντας (τα περισσότερα τραγούδια του ”The division bell” περιέχουν δικούς της στίχους). Άλλοι ξινίζουν για την (αναμενόμενη) Gilmour- ική υφή των τραγουδιών. Προσωπικά βρίσκω τις περισσότερες επιλογές του Gilmour σωστές, τα τραγούδια είναι σχεδόν όλα ένα κι ένα, οι στίχοι είναι ιδιαίτερα προσωπική και συναισθηματικοί, παρ’ ό,τι ”ρηχοί” για Pink Floyd. Αλλά αυτό είναι που κάνει το ”The division bell” τόσο ιδιαίτερο. Η αμεσότητα του, η στροφή προς τα μέσα, οι έντονοι στίχοι που μιλάνε για πράγματα που ζεις και νιώθεις καθημερινά. Όσο και να ξινίζει κάποιους, το ”The division bell” παραμένει αγαπημένος δίσκος για πολλά άτομα, ίσως ακριβώς για τα χαρακτηριστικά που απωθεί κάποιους άλλους. Το ”The division bell” ήταν κάτι καινούριο για το συγκρότημα, και μέχρι σήμερα δεν έχει χάσει ούτε λίγο από την αίγλη του ”τελευταίου Pink Floyd δίσκου”.

Τι να προσέξεις στο δίσκο: τα ”κρυφά” μηνύματα του artwork, την ερμηνεία του Wright στο ”Wearing the inside out”, την ανάπτυξη του ”High hopes”.

Με το ”The division bell” σταματάει, ουσιαστικά, και η πορεία του μεγάλου αυτού συγκροτήματος. Εντελώς; Όχι ακριβώς. Στις 2 Ιουλίου του 2005 και τα 4 μέλη των Pink Floyd ανέβηκαν στη σκηνή στα πλαίσια του Live 8 και ερμήνευσαν 6 κλασικά κομμάτια του συγκροτήματος. Μία συγκινητική στιγμή, να βλέπεις μετά από 24 ολόκληρα χρόνια τον Dave, το Roger, το Rick και το Nick ξανά μαζί. Μία στιγμή που χάρισε δάκρυα συγκίνησης σε εκατομμύρια τηλεθεατές, και πόσο μάλλον στους τυχερούς που ήταν στη συναυλία. Για όλους εμάς που αγαπήσαμε αυτό το συγκρότημα και τη μουσική τους, σημαίνει πολλά ότι η αυλαία έπεσε με αυτόν τον τρόπο:

Υπόλοιπη δισκογραφία

Παίρνοντας την πορεία των Pink Floyd από την αρχή, είδαμε ένα- ένα τα 14 studio albums που έχουν βγάλει. Πέρα από αυτά, όμως, υπάρχει ένας σκασμός από συλλογές, live- albums, singles, ειδικές κυκλοφορίες κλπ. Πάμε να ρίξουμε μία συνοπτική ματιά σε όλα αυτά:

E.P:

”London ’66- ‘67” (1995)

(E.P. που περιέχει μόνο 2 κομμάτια που είχαν ηχογραφηθεί στα πλαίσια της ταινίας ”Tonite lets all make love in London”).

Live C.D:

”Delicate sound of thunder” (1988)
”Pulse” (1995)
”Is there anybody out there? The Wall live 1980- 81” (2000)

(Το ”Pulse” θεωρείται από πολλούς το επιστέγασμα των live κυκλοφοριών του συγκροτήματος, κυρίως για τη ζωντανή απόδοση ολόκληρου του ”Dark side of the moon”. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα καταπληκτικό live ντοκουμέντο, αλλά ξεχωριστή ποιότητα έχει και το ”Delicate sound of thunder” που μάλλον βρίσκεται πια στη σκιά του ”Pulse”).

Συλλογές:

”Relics” (1971)
”Masters of rock- the best of the Pink Floyd” (1974)
”A collection of great dance songs” (1981)
”Works” (1983)
”1967- the first three singles” (1997)
”Echoes: the best of Pink Floyd” (2001)

(Το ”Relics” αποτελεί μία σημαντική συλλογή της μπάντας μιας και εκεί μπορεί κανείς να βρει τα πρώτα- πρώτα single που είχε κυκλοφορήσει το συγκρότημα και δεν υπήρχαν σε studio albums. Από την άλλη αν κάποιος ψάχνει την απόλυτη best of συλλογή του συγκροτήματος, τότε μάλλον θα πρέπει να διαλέξει το ”Echoes: the best of Pink Floyd”).

Box- sets:

”A nice pair” (1973)
”Shine on” (1992)
”Oh by the way” (2007)

(Το ”A nice pair” είναι η επανακυκλοφορία των 2 δίσκων του συγκροτήματος σε ένα box- set. To ”Shine on” είναι ένα καταπληκτικό κουτί που περιέχει 8 studio δίσκους του συγκροτήματος (‘A saucerful of secrets”, ”Meddle”, ”Dark side of the moon”, ”Wish you were here”, ”Animals”, ”The wall”, ”A momentary lapse of reason”) και ένα bonus C.D., το ”The early singles”, που περιέχει όλα τα πρώιμα singles του συγκροτήματος. Το ”Oh by the way” (που είναι και η τελευταία, μέχρι στιγμής, κυκλοφορία των Pink Floyd) είναι ένα ειδικό κομμάτι περιορισμένο στα 10.000 αντίτυπα που περιέχει και τα 14 studio albums της μπάντας σε μία ειδική συσκευασία).

Singles:

”Arnold Layne΄΄
”See Emily play΄΄
”Flaming΄΄
”Apples and oranges΄΄
”It would be so nice΄΄
”Let there be more light΄΄
”Point me at the sky΄΄
”One of these days΄΄
”Free four΄΄
”Money΄΄
”Us and them΄΄/΄΄Time΄΄
”Have a cigar΄΄
”Wish you were here΄΄
”Another brick in the wall (part 2)΄΄
”Run like hell΄΄
”Comfortably numb΄΄
”Money΄΄
When the tigers broke free΄΄
”Not now John΄΄
”Your possible pasts΄΄
”The hero’s return΄΄
”Learning to fly΄΄
”On the turning away΄΄
”One slip΄΄
”Sorrow΄΄
”The dogs of war΄΄
”Comfortalby numb΄΄
”Time΄΄
”Take it back΄΄
”High hopes΄΄
”Keep talking΄΄
”Lost for words΄΄
”What do you want from me΄΄
”Wish you were here΄΄
”Young lust΄΄

D.V.D:

”Live at Pompeii” (1972)
”Pink Floyd in concert- Delicate sound of thunder” (1989)
”Pulse” (1995)
”The wall” (2000)

(Το ”Live at Pompeii” D.V.D. αποτελεί μία από τις κλασικότερες δουλειές των Pink Floyd και κατά τη γνώμη μου είναι το απόλυτο οπτικό ντοκουμέντο τους, για να μην πω ότι είναι και η απόλυτη δουλειά τους γενικά. Στο άδειο θέατρο της Πομπηίας οι Floyd ερμηνεύουν ΕΞΩΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ τα μεγάλα τους έπη, σε σημείο να παθαίνεις παράκρουση όταν το βλέπεις. Όποιος δεν το έχει δει έχει χάσει πολλά επεισόδια σχετικά με τη μουσική- αυτό μόνο. Το ”Pulse” D.V.D. είναι η οπτική εκδοχή του αντίστοιχου live, μία καταπληκτική δουλειά που μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί οι Floyd θεωρούνταν τόσο ΤΕΡΑΣΤΙΟ live σχήμα λίγο πριν διαλυθούνε. Τα πάντα είναι στην εντέλεια εδώ. Το ”The wall”, από την άλλη, ίσως δε θα έπρεπε να αναφερθεί εδώ, μιας και δεν πρόκειται για μία δουλειά του συγκροτήματος με την ακριβή έννοια του όρου, αλλά μία ταινία, μία ταινία στην οποία ακούγεται ολόκληρο (ή στο περίπου τελοσπάντων) το ”The wall”. Μία δουλειά με τα συν και τα πλην της, αλλά που στην τελική σε χώνει βαθειά στο ζουμί του δίσκου και σου χαντακώνει τη διάθεση εύκολα).

Bootlegs:

Τα bootlegs των Pink Floyd είναι μία πονεμένη ιστορία. Υπάρχουν εκατοντάδες, σχεδόν από κάθε περίοδο του συγκροτήματος, από κάθε περιοδεία τους. Μία βόλτα από το Wikipedia μπορεί να βοηθήσει επ’ αυτού. Είναι ακατόρθωτο να τα καταγράψεις όλα (αν και υπάρχουν σχετικά sites), οπότε ας αρκεστούμε στο εξής: σε κάποια bootlegs των Pink Floyd κρύβεται τόση ποιότητα όση δεν κρύβεται σε πολλά studio albums τους. Το λέμε και παρακάτω ότι οι Pink Floyd ήταν μία κατεξοχήν live μπάντα, οπότε τα bootlegs τους (ιδίως με καλό ήχο) δε θα μπορούσαν παρά να είναι φοβερά. Γνώμη μου είναι ότι αξίζει ο καθένας να την ψάξει με αυτά, από όποια περίοδο του συγκροτήματος προτιμάει. Υπάρχουν σχετικά blogs και sites που τα διαθέτουν, ενώ να σημειωθεί ότι πολλά από αυτά τα bootlegs έχουν ποιότητα κανονικού live album. Αλλά η μαγεία τους κρύβεται αλλού, κρύβεται στο ότι μπορούμε να ακούσουμε πώς ήταν οι Pink Floyd στα live τους. Οι καμένοι σίγουρα με νιώθουν, το να ακούς ένα καλό bootleg ισοδυναμεί με 10 live albums μαζί.

Στίχοι

Όλοι μπορούμε να καταλάβουμε ότι οι στίχοι ήταν ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στους Pink Floyd, και, είτε το δέχονται κάποιοι είτε όχι, θα είναι για πάντα συνδεδεμένοι με το πρόσωπο του Roger Waters, και δη με album όπως το ”Animals”, το ”The wall”, το ”Dark side of the moon”.

Αρχίζοντας με την πρώτη περίοδο των Pink Floyd, οι στίχοι, όπως και η περισσότερη μουσική, ήταν δουλειά του Syd Barrett. Ο Barrett έγραφε για φανταστικές ιστορίες, καταστάσεις παραμυθένιες, αποκύημα από τη σχέση του με τα ναρκωτικά, Αφελείς στίχοι πολλές φορές, άλλες φορές γραμμένοι με αφορμή ανθρώπινες καταστάσεις, γενικά είχαν το προσωπικό ύφος του Barrett και των ‘60s.

Στο ”A saucerful of secrets”, πάλι, ο Waters αρχίζει να γράφει όλο και πιο πολύ, με αποτέλεσμα κάποιους πολύ ενδιαφέροντες στίχους, όπως αυτοί του ΄΄Set the controls of the heart of the sun΄΄, με φιλοσοφικές προεκτάσεις που ερμηνεύονται ποικιλοτρόπως. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αυτόν το δίσκο έχουμε και το πρώτο κομμάτι που έχει σαν θεματική τον πόλεμο, το ”Corporal Clegg”, ένα στιχουργικό θέμα, που, όπως είδαμε, ο Waters τίμησε πολύ στο μέλλον, αποτέλεσμα των δικών του εμπειριών με τον πατέρα του.

Μέχρι και το ”Dark side of the moon” είχαν κάνει κάμποσες στιχουργικές απόπειρες και ο Gilmour και ο Wright, αλλά η αλήθεια είναι ότι με τίποτα δεν έφταναν το επίπεδο του Waters σε αυτόν τον τομέα. Από το ’73 και μετά, βέβαια, το θέμα των στίχων έγινε προσωπική υπόθεση του Roger Waters (μέχρι την αποχώρηση του), δικαίως, κατά τη γνώμη μου, μιας και το συγκεκριμένο άτομο είχε ένα ξεχωριστό ταλέντο, χάρισμα, θα λέγαμε, στο να γράφει στίχους που συνεπαίρνουν, πανέξυπνους και με τροφή για σκέψη.

Στο ”Dark side of the moon” το στιχουργικό concept έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση, με τα άγχη και τις φοβίες που αυτή έχει μέσα στη σημερινή κοινωνία. Αρχίζοντας με το ”Speak to me” και τους χτύπους της καρδιάς που ακούγονται καταλαβαίνουμε από την αρχή το ”ανθρωποκεντρικό” concept που σκαρφίστηκε ο Waters. Όλοι φοβόμαστε ότι μεγαλώνουμε (”Time”), όλοι φοβόμαστε το θάνατο (”The great gig in the sky”). όλοι εξαρτόμαστε από τα χρήματα (”Money”), όλοι παλεύουμε στις διαπροσωπικές μας σχέσεις (”Us and them”), όλοι νιώθουμε στιγμές- στιγμές σχιζοφρενείς (”Brain damage”). Όλα αυτά ο Waters τα περιγράφει με τους πιο απλούς στίχους που θα μπορούσε κάποιος να κάνει. Π.χ. πόσο πιο απλά να περιγράψεις το αίσθημα της επιστροφής σε ένα οικείο περιβάλλον;

Home, home again,
I like to be here when I can,
when I come home cold and tired
it’s good to warm my bones beside the fire

Προσέξτε π.χ. την αντίθεση που κάνει η ένταση που διακατέχει το ”Time” με τους παραπάνω στίχους του ”Breathe (reprise)”. Μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί οι στίχοι ντύνονται με την ίδια μουσική που έχει το ”Breathe”, κάτι που κάνει τον ακροατή να νιώσει αυτό το αίσθημα της επιστροφής σε γνώριμα μέρη. Το μεγαλείο του ”Dark side of the moon” βρίσκεται ακριβώς σε κάτι τέτοια μικροπράγματα, που είτε τα έκαναν ηθελημένα οι Floyd είτε όχι, εμάς μας αρέσει να τα ξεψαχνίζουμε (σε σημείο υπερβολής). Π.χ. το ”The great gig in the sky” δεν έχει λόγια, τι να πεις μπροστά στο θάνατο, πώς να τον περιγράψεις; Οι Floyd προτίμησαν τις άναρθρες κραυγές της Clarre Tory. Όσον αφορά τις ηχογραφημένες φράσεις που ακούγονται, αυτές είναι πια αναπόσπαστο κομμάτι του ”Dark side of the moon”. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων ο Waters είχε γράψει σε χαρτάκια διάφορες ερωτήσεις, όπως ”Ποια ήταν η τελευταία φορά που χρησιμοποίησες βία;”, ”Είχες δίκιο;”, ”Τι σημαίνει ”Dark side of the moon” για ‘σένα;” κλπ., τα οποία στη συνέχεια έδωσε στο προσωπικοί του studio, σε φίλους της μπάντας κλπ., με σκοπό οι απαντήσεις τους να ηχογραφηθούν και να μπουν στο album. Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν όλα αυτά τα εμπνευσμένα quotes που ακούμε στο ”Dark side of the moon”:

I’ve been mad for fucking years, absolutely years, been over the edge for yonks, been working me buns off for bands… I’ve always been mad, I know I’ve been mad, like the most of us are…Very hard to explain why you’re mad, even if you’re not mad…

Live for today, gone tomorrow, that’s me, hahaha!

And I am not frightened of dying, any time will do, I don’t mind. Why should I be frightened of dying? There’s no reason for it, you’ve gotta go sometime.

I never said I was frightened of dying.

Haha! I was in the right!
Yes, absolutely in the right!
I certainly was in the right!
You was definitely in the right. That geezer was cruising for a bruising!
Yeah!
Why does anyone do anything?
I don’t know, I was really drunk at the time!
I was just telling him, he couldn’t get into number 2. He was asking why he wasn’t coming up on freely, after I was yelling and screaming and telling him why he wasn’t coming up on freely. It came as a heavy blow, but we sorted the matter out.

I mean, they’re not gonna kill ya, so like if you give ’em a quick short, sharp, shock, they won’t do it again. Dig it? I mean he got off lightly, ‘cos I would’ve given him a thrashing. I only hit him once! It was only a difference of opinion, but really… I mean good manners don’t cost nothing do they, eh?

I can’t think of anything to say except… Hahahahaha… I think it’s marvellous! Hahaha!

There is no dark side of the moon really. Matter of fact it’s all dark.

Για το ”Wish you were here” ο Waters εμπνεύστηκε από την προσωπική ιστορία του Syd Barrett. Με τα δύο ”Shine on you crazy diamond” η συγκίνηση δεν μπορεί να περιγραφεί, στίχοι και μουσική μπορούν να σε κάνουν να δακρύσεις. Ο πικρός αποχαιρετισμός ποτέ δεν ακούστηκε πιο ταιριαστά σε ήχους. Το ίδιο ισχύει και για το ”Wish you were here”, με στίχους οι οποίοι μπορούν να ερμηνευθούν από διάφορες σκοπιές, αλλά με κοινό παράγοντα τη νοσταλγία. Από εκεί και πέρα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι στίχοι του ”Have a cigar”, με το Waters να ξεδιπλώνει όλο του ταλέντο στην καυστικότητα. Επίσης, παρ’ όλο που λέγεται ότι ο Harper επιλέχθηκε να τραγουδήσει μόνο και μόνο επειδή ο Waters δεν τα κατάφερνε τόσο καλά, εμένα δε μου το βγάζεις από το μυαλό ότι δεν είναι τυχαίο ότι αυτούς τους στίχους τους τραγούδησε κάποιος εκτός συγκροτήματος. Με αυτόν τον τρόπο οι συγκεκριμένοι στίχοι ερμηνεύουν πλήρως το νόημα τους, τόσο απλά. Όσο για τη φράση ”oh, by the way, which one’s Pink?”, είναι μία ερώτηση που γινόταν κατά κόρον από δημοσιογράφους στο συγκρότημα τις πρώτες μέρες της πορείας του.

Το ”Animals”, από την άλλη, είναι μάλλον το πρώτο ”σφιχτό” concept του Waters, με την έννοια της αυστηρής στιχουργικής για ένα συγκεκριμένο θέμα. Στο ”Animals”, λοιπόν, ο Waters για πρώτη φορά καυτηριάζει τόσο έντονα την κοινωνία γύρω του, θα λέγαμε ότι είναι το πρώτο ”πολιτικό” concept των Pink Floyd. Επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από το ”Animal farm” του George Orwell, ο Waters χωρίζει την κοινωνία σε σκυλιά (”Dogs”), γουρούνια (”Pigs (three different ones)”) και πρόβατα (”Sheep”). Στα σκυλιά τοποθετεί όλους αυτούς τους άπληστους ανθρώπους που για να πετύχουν τους σκοπούς τους κάνουν τα πάντα χωρίς ενδοιασμό. Τα γουρούνια είναι οι άνθρωποι με εξουσία στα χέρια τους που εκμεταλλεύονται τους υπόλοιπους ανθρώπους. Τέλος, τα πρόβατα είναι όλοι αυτοί που ζούνε μακάρια χωρίς να μπορούνε να συνειδητοποιήσουνε ότι γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους ”από πάνω”. Πολιτικότατο, δηλαδή, το concept, με το Waters να κεντάει στους στίχους, μιλάμε κυριολεκτικά για μία στιχουργική ευφυΐα. Στο ”Dogs” π.χ. η κάθε γραμμή αξίζει πραγματικά ξεχωριστή ανάλυση, ο τύπος μπορεί και ψυχογραφεί με απίστευτο τρόπο τη συγκεκριμένη προσωπικότητα. Ιδίως στο φινάλε, σε συνδυασμό με τη μουσική, το συναίσθημα είναι απερίγραπτο. Στο ”Pigs (three different ones)” βλέπουμε την ειρωνεία του Waters σε όλο του το μεγαλείο, ενώ στην τρίτη στροφή προσωποποιεί το γουρούνι με το όνομα της Mary Whitehouse, συντηρητικής κυρίας της βρετανίας των ‘70s. Στο ”Sheep”, πάλι, βλέπουμε και την άποψη του Waters ότι τελικώς τα πρόβατα κυριάρχησαν επί των σκυλιών, αποτέλεσμα της δύναμης μία άβουλης αλλά μεγάλης μάζας. Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στα intro και outro του album, δηλαδή τις μπαλάντες με τίτλο ”Pigs on the wing”. Τα 2 αυτά κομμάτια έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα υπόλοιπα τραγούδια, μιας και εδώ βλέπουμε το Waters να ”ξεγυμνώνεται” με μία ακουστική κιθάρα μόνο, και να εξομολογείται την αγάπη του (και την ανάγκη για ανταπόκριση) στην τότε κοπέλα του. Η μοναδική, ίσως, ”ανθρώπινη” στιγμή του album, μιας και στα υπόλοιπα κομμάτια βλέπουμε τις περιγραφές τάξεων και ομάδων ατόμων με αρνητικό τρόπο. Στις 2 αυτές μπαλάντες, όμως, έρχεται η αντιπαράθεση, θα λέγαμε, με τη μορφή των πιο ανθρώπινων συναισθημάτων. Ιδιοφυές.

Κάπως έτσι φτάνουμε και στο ”The wall”, μάλλον το πιο σημαντικό έργο των Floyd, και σίγουρα το πιο σημαντικό (στιχουργικά) έργο του Waters. Εδώ πια έχουμε να κάνουμε με μία rock όπερα, με μία ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Μία ιστορία που συγκινεί, ένα ”βαρύ” έργο που μπορεί να συντροφεύσει τον καθένα σε κρίσιμες καταστάσεις. Πάμε να δούμε (πολύ συνοπτικά) πώς έχει το concept σε αυτόν το δίσκο του συγκροτήματος:

Το ”The wall” αναφέρεται στον Pink, ένα άτομο που έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του Waters, αλλά και του Barrett. Μέσα από τους στίχους μαθαίνουμε για τη ζωή και την ψυχοσύνθεση του ατόμου αυτού από τη γέννηση του κιόλας (”The thin ice”). Ο Pink χάνει τον πατέρα του στον πόλεμο (”Another brick in the wall (part 1)”), γεγονός που συνέβη στον ίδιο το Waters και το σημάδεψε ανεπανόρθωτα. Εκτός από το θάνατο του πατέρα του Pink, μαθαίνουμε για τη (σωματική και ψυχολογική) βία που αυτός δεχόταν στο σχολείο από τους δασκάλους του (”The happiest days of our lives”), αλλά και για την υπερπροστατευτική μητέρα του (”Mother”) κάτι που φυσικά προήλθε από το γεγονός ότι δεν υπήρχε πατέρας στο σπίτι. Γεγονότα που σημάδεψαν την παιδική ηλικία του Pink και θα επηρέαζαν τη μετέπειτα πορεία του.

Μεγαλώνοντας ο Pink ασχολείται με τη μουσική, γίνεται rock star και ζει αυτό που λέμε ”sex & drugs & rock ‘n’ roll” (”Young lust”). Γνωρίζει μία γυναίκα, παντρεύονται, αλλά σύντομα αρχίζει και φαίνεται ο αυτοκαταστροφικός χαρακτήρας του (”One of my turns”), απόρροια των ψυχολογικών προβλημάτων που του άφησε η παιδική του ηλικία, αλλά και των προβλημάτων αλκοολισμού, ναρκωτικών και έκλυτου βίου που έχει στο παρών. Φυσικά ο γάμος του δεν αντέχει (”Don’t leave me now”), και ο Pink αρχίζει να κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του. Κόβει κάθε κοινωνική συναναστροφή (”Goodbye cruel world”), έχει πια χτίσει έναν ”τοίχο” ανάμεσα σε αυτόν και τον έξω κόσμο, τους ανθρώπου που (κατά τη γνώμη του) ευθύνονται για όλα τα προβλήματα του. Με αυτόν τον τοίχο γύρω του ο Pink νομίζει πως είναι πια ασφαλής, αλλά σταδιακά καταρρέει όλο και περισσότερο, εντελώς μόνος του πια (”Nobody home”).

Η μουσική σταδιοδρομία του, όμως, συνεχίζεται, κάτι που πιέζει ακόμα περισσότερο τον Pink, ο οποίος πλέον έχει μεταλλαχθεί εντελώς στο πώς βλέπει το κοινό του και τον έξω κόσμο γενικότερα (”Waiting for the worms”). Γεγονός που συνέβη στον ίδιο το Roger Waters, οποίος στις μεγάλες περιοδείες για το ”Animals” ένιωθε τόσο ξένος στο κοινό του και τόσο αηδιασμένος από τα πλήθη που έρχονταν να το δουν (πλήθη που πολλές φορές δεν αποτελούνταν από οπαδούς της μουσικής των Floyd, αλλά από άτομα που πήγαιναν για το όλο hype) που φαντασιωνόταν βόμβες να πέφτουν στα γήπεδα ενώ έπαιζαν live και τον κόσμο από κάτω να καίγεται.

Ας ξαναγυρίσουμε στον Pink, όμως, ο οποίος πλέον συνειδητοποιεί ότι έχει φτάσει στο σημείο 0 (”Stop”). Και τότε αρχίζει η δύσκολη διαδικασία της αντιμετώπισης των προβλημάτων του, προβλήματα που ξεκινάνε από τα παιδικά του χρόνια και συνεχίζονται αμείωτα (”The trial”). Ο Pink θέτει ερωτήματα στον εαυτό του, τι έκανε, τι δεν έκανε, που έφταιξε και συνειδητοποιεί ότι η αποξένωση του από τους ανθρώπους οφείλεται στο φόβο του για τις ίδιες τις ανθρώπινες σχέσεις. Ο τοίχος, όμως, που έχτισε δεν τον ωφέλησε σε τίποτα, οπότε αποφασίζει να γκρεμίσει τον τοίχο και να προσπαθήσει να έρθει ξανά κοντά στους ανθρώπους (”Outside the wall”). Happy end; Όχι και τόσο, μιας και λίγο πριν σβήσει το τελευταίο τραγούδι του δεύτερου δίσκου του ”The wall” ακούγεται μία μισοτελειωμένη φράση (”Isn’t this…” η οποία ολοκληρώνεται αν βάλει κάποιος το πρώτο τραγούδι του πρώτου C.D. του ”The wall” (όπου πριν ξεκινήσει η μουσική ακούγεται η φράση:”… where we came in?”). ”Isn’t this where we came in?” είναι λοιπόν η φράση που αρχίζει και τελειώνει το ”The wall”, συμβολίζοντας έναν αέναο κύκλο, μία ιστορία που δεν τελειώνει ποτέ, μία ιστορία που πάντα θα συνεχίζει από την αρχή.

Στο ”The final cut” ο Waters εμπνέεται για άλλη μία φορά από τον πατέρα του και το concept αναφέρεται στις επιπτώσεις που έχει ο πόλεμος σε κάποιον που πήρε μέρος σε αυτόν αλλά και γενικότερα. Διαλυμένες προσωπικές σχέσεις, αλκοολισμός, αντιπολεμικά μηνύματα, καυστικοί στίχοι ενάντια στους πολιτικούς αρχηγούς, ο Waters δείχνει όλο του το μένος σε ένα αντιπολεμικό concept που είχε δουλέψει ήδη χρόνια πριν. Το αποτέλεσμα δεν είναι τόσο εντυπωσιακό όσο στο ”The wall”, αλλά είναι αλήθεια ότι για άλλη μία φορά ο Waters δείχνει το ταλέντο του στο να σκαρφίζεται εξαιρετικά concept albums. Η στιχουργική του είναι απλά εξαιρετική, ιδίως στα τραγούδια που αναφέρεται στη δυσκολία επανένταξης ενός στρατιώτη στην κοινωνία. Αποκορύφωμα αποτελεί φυσικά το ομώνυμο κομμάτι, με την ανατριχιαστική στροφή που φανερώνει όλη την ουσία του album σε λίγες, σκοτεινές γραμμές:

Thought I oughta bare my naked feelings,
thought I oughta tear the curtain down,
I held the blade in trembling hands,
prepared to make it, but just then the phone rang,
I never had the nerve to make the final cut

Με την αποχώρηση του Waters αυτόματα χάθηκε ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά αυτής της μεγάλης μπάντας, η τέλεια στιχουργική που υπήρχε. Όσο και να αρέσει σε κάποιον η Gilmour- ική περίοδος της μπάντας πρέπει να παραδεχτεί ότι το πιο αδύναμο στοιχείο της ήταν οι στίχοι. Ιδίως στο ”A momentary lapse of reason” θα λέγαμε ότι το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν απογοητευτικό, με τον Gilmour να αδυνατεί να γράψει στίχους αντάξιους για ένα Pink Floyd κομμάτι. Αντίθετα στο ”The divison bell” το αποτέλεσμα ήταν πολύ καλύτερο, το οποίο μάλλον οφείλεται ότι μπλέχτηκε και στη σύνθεση η γυναίκα του Gilmour, η συγγραφέας Polly Samson. Κάποιοι βρίσκουν και τη στιχουργική του ”The division bell” ρηχή, προσωπικά πιστεύω ότι το όλο concept του δίσκου, η επικοινωνία μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις, έχει δέσει τέλεια από κομμάτι σε κομμάτι.

Artwork

Άλλη μία θεματική που αξίζει ξεχωριστή αναφορά, είναι το artwork, και γενικά ό,τι είχε σχέση με την εικόνα. Οι Pink Floyd ήταν ο ορισμός του συγκροτήματος που δεν άφηνε τίποτα στη τύχη, παντού έβρισκες στοιχεία και trivia που είχαν ένα κρυφό νόημα και συνδέονταν με άλλα πράγματα. Φυσικά αν θες να μιλήσεις για τα artwork των Pink Floyd, θα πρέπει να μιλήσεις για την εταιρεία Hipgnosis, αυτά τα δύο είναι αλληλένδετες έννοιες.

Η εταιρεία Hipgnosis, λοιπόν, με έδρα τη βρετανία, είναι αυτή που συνέδεσε το όνομα της όχι μόνο με τα εξώφυλλα των Pink Floyd, αλλά δεκάδων άλλων συγκροτημάτων. U.F.O., Led Zeppelin, Scorpions, AC/DC, Yes είναι μόνο μερικά ονόματα που έχουν εμπιστευθεί αυτήν την εταιρεία για τη διακόσμηση των δίσκων τους. Με τους Pink Floyd, συγκεκριμένα, η Hipgnosis συνεργάστηκε από ’68 με το ”A saucerful of secrets” μέχρι και το ’77 με το ”Animals”. Θα λέγαμε, δηλαδή, ότι η εν λόγω εταιρεία σχεδόν ταυτίστηκε με τους Pink Floyd στα ‘70s. Η σχέση των δύο ονομάτων κατά κάποιον τρόπο ”συνεχίστηκε” και μετά τη διακοπή της Hipgnosis στα ‘80s, μιας και ο βασικός της καλλιτέχνης, Storm Thorgerson, ήταν αυτός που φιλοτέχνησε τα δύο τελευταία studio albums της μπάντας.

Όπως είπαμε η σχέση Hipgnosis- Pink Floyd ξεκίνησε ήδη από το 1968, αλλά εμείς θα σταθούμε στο ”Ummagumma” του ’69, το πρώτο πραγματικό ”Pink Floyd εξώφυλλο”. Το packaging είναι απλά τρομερό, με το εξώφυλλο να μαγνητίζει. Οι Pink Floyd ”παίζουν” με την έννοια της συνέχειας/αιωνιότητας, μιας και στο κάδρο στον τοίχο το εξώφυλλο συνεχίζεται επ’ άπειρον, ενώ κάποιος μπορεί να το ερμηνεύσει και ως έναν τρόπο ώστε να φανεί ότι η μουσική των Floyd θα εισάγει τον ακροατή σε νέες διαστάσεις. Στο ”Atom heart mother”, από την άλλη, οι Floyd δε μασάνε να ”πετάξουν” μία αγελάδα στο εξώφυλλο, χωρίς να αναφέρουν ούτε όνομα, ούτε τίτλο, τίποτα.

To αινιγματικό εξώφυλλο του ”Meddle” συνδέεται με τον τίτλο του album. Αυτό που φαίνεται είναι ένα αυτί μέσα στο νερό, με τους ”κύκλους” να συμβολίζουν τη διατάραξη (meddle) του νερού. Δηλαδή κύματα, ήχους.

Για το ”Dark side of the moon” δεν μπορούμε να πούμε και πολλά πράγματα, το εξώφυλλο του είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες στο rock. Το πρίσμα και τα χρώματα του ουράνιου τόξου μπορούν να συνδεθούν με τους στίχους, ακόμα και με τον τίτλο του album. Γενικά μιλάμε για μία πολύ απλή εικόνα, που όμως κατάφερε να ταιριάξει τόσο πολύ με τη φύση των τραγουδιών.

Στο ”Wish you were here” βλέπουμε άλλο ένα κλασικό εξώφυλλο, τη χειραψία με το φλεγόμενο άνδρα. Γνώμη μου είναι ότι αυτό το εξώφυλλο είναι η κατεξοχήν εικόνα που σου έρχεται στο μυαλό όταν ακούς τις λέξεις ”Hipgnosis” ή ”εξώφυλλο των Pink Floyd”. Είναι τόσο πρωτοπόρο, τόσο φουτουριστική η αισθητική του. Με το που το βλέπεις δε γίνεται να μη σου έρθουν στο νου οι στίχοι του ”Welcome to the machine” ή του ”Have a cigar”, ενώ κάπως έτσι συνδέεται και το οπισθόφυλλο με την εικόνα της χειραψίας των μηχανικών χεριών (ενώ από πίσω φαίνονται τα 4 στοιχεία της φύσης). Όλα αυτά, βέβαια, μπορούν να ερμηνευτούν διαφορετικά από τον καθένα, π.χ. μία εξήγηση είναι ότι το εξώφυλλο συμβολίζει την υποκρισία που υπάρχει στις προσωπικές σχέσεις.

Το ”Animals”, τώρα, έχει στο εξώφυλλο του το περίφημο Battersea Power Station, ένα εργοστάσιο του Λονδίνου. Στα αριστερά, ανάμεσα στις 2 καπνοδόχους, μπορεί κανείς να διακρίνει και το ιπτάμενο γουρούνι (”Pigs on the wing”), ένα από τα κλασικά σύμβολα του συγκροτήματος. Το γουρούνι αυτό είχε κατασκευαστεί στην πραγματικότητα (σαν ένα είδους ζέπελιν) και ”πέταξε” στους ουρανούς του Λονδίνου για 3 μέρες. Παρ’ όλα αυτά, απ’ όσο γνωρίζω, λόγω κακών καιρικών συνθηκών το συγκρότημα δεν μπόρεσε να επιτύχει μία επιθυμητή φωτογραφία με το γουρούνι πάνω από το εργοστάσιο, οπότε το αποτέλεσμα που βλέπουμε στο εξώφυλλο είναι ένα είδος photoshop. Όσον αφορά το γιατί επιλέχθηκε αυτό το εξώφυλλο να κοσμεί το πολιτικό concept που σκέφτηκε ο Waters, δε γνωρίζω, ίσως για να ”συνδέσει” άμεσα το concept με την αγγλική κοινωνία.

Κάπου εδώ, λοιπόν, τελειώνει και η συνεργασία Hipgnosis- Pink Floyd. Το artwork του ”The wall” του 1979 ανήκει στον Gerald Scarfe, ο οποίος σημάδεψε με το μινιμαλιστικό έργο του το δίσκο του συγκροτήματος. Το επόμενο album της μπάντας, ”The final cut”, περιέχει ένα εξώφυλλο που σχεδιάστηκε από τον ίδιο το Roger Waters και προφανώς σχετίζεται με το πολεμικό/στρατιωτικό concept του δίσκου (αυτά που υπάρχουν στο εξώφυλλο είναι κάτι σαν παράσημα καθώς και μία παπαρούνα).

Με την επιστροφή των Floyd το ’87 έχουμε και την επιστροφή του ”μυαλού” της Hipgnosis, Storm Thorgerson, κάτι που διαφαίνεται από τη ”φευγάτη” φιλοσοφία του artwork των 2 τελευταίων δίσκων του συγκροτήματος. Όπως και με τα περισσότερα εξώφυλλα της Hipgnosis, λοιπόν, το ”A momentary lapse of reason” δεν απεικονίζει κάποιο σχεδιαστικό εφέ, αλλά αποτελεί μία πραγματικά φωτογραφία που δείχνει 800 κρεβάτια απλωμένα σε μία παραλία του Devon της Αγγλίας. Οι συμβολισμοί δίνουν και παίρνουν (π.χ. ”Learning to fly”), αλλά γενικά μιλάμε για μία φωτογραφία- κομψοτέχνημα.

Κάτι που ισχύει και για το ”The division bell”, με τα 2 αγάλματα να έχουν κατασκευαστεί κανονικά κάπου στο Cambridge της Αγγλίας (μάλιστα ανάμεσα στα στόματα τους φαίνεται και μία εκκλησία της περιοχής). Τα 2 αυτά πρόσωπα συναντώνται συχνά μέσα στο artwork του δίσκου και φυσικά σχετίζονται με το ευρύτερο concept της επικοινωνίας. Το ”The division bell” γενικά έχει πολλά trivia για να βρει κανείς. Π.χ. στη C.D. εκδοχή του πάνω στο ξύλινο μέρος της θήκης είναι χαραγμένο το σύμβολο των Pink Floyd, καθώς και η φράση ”Pink Floyd” στο σύστημα Braille. Επίσης δεν είναι τυχαίο ότι στο ”Lost for words” εικονίζονται τα γάντια του box, στο ”A great day for freedom” οι εφημερίδες που αναφέρονται στη μέρα πτώσης του τοίχους του Βερολίνου (11/11 και η σελίδα του booklet είναι η ενδέκατη) κλπ. Επίσης στο όλο concept της επικοινωνίας μπαίνει και το σκεπτικό του group να αριθμήσει τις σελίδες του booklet με λέξεις από διάφορες γλώσσες (ενώ και πάλι δεν είναι τυχαίο ότι η ενδέκατη σελίδα που αναφέραμε παραπάνω που αναφέρεται στο τοίχος του Βερολίνου έχει αρίθμηση που είναι γραμμένη στα γερμανικά).

Πέρα από τα studio albums, καταπληκτική δουλειά έχει γίνει και στα artworks των υπόλοιπων δίσκων του συγκροτήματος. Π.χ. στο ”A collection of great dance songs” ή το ”Delicate sound of thunder”, δουλειές που ”φωνάζουν” Hipgnosis. Η συλλογή ”Echoes: the best of Pink Floyd” έχει, επίσης, καταπληκτικό περιεχόμενο μιας και περιέχει trivia και εικόνες από πολλές προηγούμενες δουλειές της μπάντας. Εξώφυλλο που ζητά από τους απαιτητικούς οπαδούς να ερευνηθεί εξονυχιστικά. Το ”Pulse”, επίσης, κάνει μεγάλη εντύπωση με τον ”κύκλο ζωής” που απεικονίζει στο εξώφυλλο (η θάλασσα από την οποία βγαίνουν τα βακτήρια, αυτά γίνονται αβγά από τα οποία βγαίνουν πουλιά που ακολουθούν ένα αεροπλάνο κλπ.).

Live performances

Άλλο ένα ξεχωριστό section στο αφιέρωμα μας αποτελούν οι ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος. Οι Pink Floyd ήταν από αυτές τις μπάντες που επαναπροσδιόρισαν την έννοια της ”live εμφάνισης”. Ας δούμε γιατί.

Από τα πρώτα τους χρόνια οι Floyd άφηναν με ανοιχτό το στόμα το αγγλικό κοινό με τα παιχνίδια που έκαναν με διάφορα ”πρωτόγονα” (σε σχέση με τη σημερινή εποχή) εργαλεία. Απλά παιχνιδίσματα με σκιές, με τον Barrett να φαίνεται ”τεράστιος” στον τοίχο πίσω του, και την μπάντα βυθισμένη στο σκοτάδι. Ψυχεδέλεια στο full. Χαρακτηριστική ήταν η συναυλία με το όνομα ”Games for May” (πρώτος τίτλος του ”See Emily play”), που πήρε μέρος το 1967 στο (κυριλέ) Queen Elizabeth Hall. Το συγκρότημα είχε ετοιμάσει διάφορα ηχητικά εφέ και samples, ενώ υπήρχε και ένα μηχάνημα που έβγαζε φούσκες (κάτι που λέρωσε όλο το venue και οδήγησε στο να αποκλειστούν οι Floyd από το να ξαναπαίξουν εκεί). Η συναυλία αυτή θεωρείται από τις σημαντικότερες που έδωσαν ποτέ οι Floyd, μιας και ήταν η πρώτη συναυλία στην Αγγλία που είχε ένα συνδυασμό οπτικών εφέ και στερεοφωνικού ήχου.

Χρόνια με τα χρόνια οι συναυλίες των Floyd γίνονταν ακόμα πιο φαντασμαγορικές, ιδίως από το ”Dark side of the moon” και μετά. Τεράστια ιπτάμενα γουρούνια, εκρήξεις, φοβερό light show, εκτεταμένη χρήση των lasers κ.ά. Ιδίως η χρήση των laser είναι κάτι που έχει συνδεθεί άρρηκτα με το συγκρότημα, μιας και ιδίως στη δεκαετία του ’80 και ’90 το συγκρότημα έκανε τρομερά πράγματα με αυτά.

Ξεχωριστή μνεία, φυσικά, πρέπει να γίνει και για την περιοδεία του ”The wall”, όπου το κοινό είχε την ευκαιρία να δει κάτι πρωτοποριακό. Κατά τη διάρκεια της συναυλίας (όπου παιζόταν ολόκληρο το album) χτιζόταν τούβλο- τούβλο ένας τεράστιος τοίχος ανάμεσα στο κοινό και την μπάντα, κάνοντας σιγά- σιγά το συγκρότημα μη ορατό (με εξαίρεση του Waters που έκανε κάτι σαν performance). Και στο ”Comfortably numb” ξαφνικά εμφανιζόταν ο Gilmour στην κορυφή του τοίχους, αφήνοντας το κοινό άφωνο. Στο τέλος του show όλος ο τοίχος καταστρεφόταν, σύμφωνα και με το concept του δίσκου.

Πέρα από το οπτικό του πράγματος, όμως, οι Pink Floyd έγραφαν ιστορία live και στο μουσικό μέρος. Καταρχήν δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να ”ξεχειλώνουν” 3- λεπτες μπαλάντες σε 15- λεπτα jam- αρίσματα. Οι συναυλίες τους ήταν το κάτι άλλο γιατί ακριβώς δεν ήξερες τι να περιμένεις, ο αυθορμητισμός και οι αλλαγές στα τραγούδια τους ήταν κάτι το χαρακτηριστικό. Πέρα από αυτό, αν κάποιος δει τα tracklisting από τις περιοδείες τους, δεν μπορεί να παρά να κάνει 2 πράγματα:

1.Να ζηλέψει όσους είχαν την τύχη να τους δούνε τότε.
2.Να αρχίσει μετά μανίας να ψάχνει bootlegs του συγκροτήματος (που ευτυχώς με internet αυτό πλέον είναι κάτι το εύκολο).
Μα, καθίστε καλά, πάρτε εδώ π.χ. τι έπαιζαν στην περιοδεία του ”Atom heart mother”:

1.Astronomy domine
2.Interstellar overdrive
3.Set the controls for the heart of the sun
4.A saucerful of secrets
5.Cymbaline
6.Green is the colour
7.Main theme
8.Careful with that axe, Eugene
9.Sysyphus
10.Grantchester Meadows
11.Embryo
12.The violent sequence (πρώτη ονομασία του ΄΄Us and them΄΄)
13.Atom heart mother
14.Fat old sun
15.Alan’s psychedelic breakfast

15 κομμάτια από τα οποία τα μισά και παραπάνω είναι άνω των 6 λεπτών. Πώς να μην ψάχνεις απεγνωσμένα τα ηχητικά ντοκουμέντα τέτοιων συναυλιών;

Ένα άλλο ωραίο που έκαναν οι Floyd ήταν ότι συχνά έπαιζαν τα τραγούδια ενός καινούριου album, πριν αυτό βγει. Π.χ. για το ”Dark side of the moon” έκαναν 2 περιοδείες, μία πριν την κυκλοφορία του album και μία μετά (α, κι έτσι για να κλαίμε λίγο: σε αυτές τις περιοδείες έπαιζαν ΟΛΟ το ”Dark side of the moon” + 4- 5 κομμάτια τύπου ”Echoes”, ”One of these days”, ”A saucerful of secrets” κλπ.). Αντίστοιχα στην περιοδεία του ”Wish you were here” έπαιζαν και 2 τραγούδια του επόμενου ”Animals” (τα υπόλοιπα κομμάτια του set ήταν… όλο το ”Dark side of the moon”, το ”Echoes’ και 3 κομμάτια από το ΄΄Wish you were here΄΄- οι Floydians που θα το διαβάζουν αυτό μάλλον θα θέλουν να αυτοπυρποληθούν).

Για την περιβόητη In the flesh tour δεν έχουμε να πούμε και πολλά. Ολόκληρο το ”Animals”, ολόκληρο το ”Wish you were here” + 2 κομμάτια από το ”Dark side of the moon”. Μία περιοδεία που ξεχώρισε λόγω των τεράστιων χώρων που έπαιζαν οι Floyd (πλέον ήταν καθαρά μία μπάντα σταδίων) και των φοβερών εφέ που υπήρχαν.

Στη μετα- Waters εποχή, όλα έγιναν πιο φανταχτερά, πιο πλούσια, πιο glamour- άτα, πιο ‘80s. Πυροτεχνήματα, laser και κακό (λέγεται ότι στην εμφάνιση τους στο Knebworth Festival το ’90 η μπάντα σπατάλησε 60.000 δολάρια για τα πυροτεχνήματα που έσκασαν στο τέλος του show). Όσον αφορά το set- list, φάτε μάτια- ψάρια:

1.Echoes (σε κάποια στιγμή αντικαταστάθηκε με το ”Shine on you crazy diamond (part one)”)
2.Signs of life
3.Learning to fly
4.Yet another movie
5.Round and around
6.A new machine (part 1)
7.Terminal frost
8.A new machine (part 2)
9.Sorrow
10.The dogs of war
11.On the turning away
12.One of these days
13.Time
14.On the run (σε κάποια στιγμή αντικαταστάθηκε με το ”The great gig in the sky”)
15.Wish you were here
16.Welcome to the machine
17.Us and them
18.Money
19.Another brick in the wall (part 2)
20.Comfortably umb
21.One slip
22.Run like hell

Χορταστικό set, δε νομίζετε; Κι ας περιέχει και όλο το ”A momentary lapse of reason”, στην τελική κάτι τέτοιο φανερώνει μία μπάντα που πιστεύει στο καινούριο της υλικό.

Όσον αφορά την τελευταία περιοδεία της μπάντας, αυτή για το ”The divison bell”, ήταν μάλλον και η πιο πλούσια (σε θέαμα) μέχρι εκείνη την εποχή. Ένα σύνολο εκατοντάδων ανθρώπων αν δουλεύουν κάθε βράδυ, εκατομμύρια δολάρια δαπανήθηκαν (αλλά και εισπράχθηκαν), και η μπάντα να τα δίνει όλα (ενώ θυμήθηκαν να ξαναπαίξουν το ”Dark side of the moon” ολόκληρο).

Σχετικά με το πώς μπορούσαν και απέδιδαν οι Floyd τα κομμάτια τους επί σκηνής, πολλές φορές υπήρχαν και session μουσικοί που τους βοηθούσαν σε πολλά σημεία. Γυναικεία backing vocals, ο γνωστός Dick Parry στο σαξόφωνο (αν και στα ‘80s αντικαταστάθηκε από άλλο μουσικό), ο επίσης γνωστός Snowy White στις κιθάρες (στις περιοδείες για τα ”Animals” και ”The wall”), ενώ από το ”A momentary lapse of reason” και μετά βρίσκουμε πραγματικά δεκάδες μουσικούς σε διάφορα όργανα (κάτι που ισχύει και για τα studio albums), όπως οι Guy Pratt, Jon Carin, Gary Wallis κ.ά.

Συμπερασματικά, αν κάποιος ρίξει μία γενική ματιά πάνω από τις συναυλίες/περιοδείες των Pink Floyd, μπορεί να τις χωρίσει ως εξής: οι πρωταρχικές μέρες των clubs με το συγκρότημα να πειραματίζεται με την ψυχεδέλεια και τα απλά light shows. Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, η πειραματική περίοδος, όπου η μπάντα τα έδινε όλα επί σκηνής, πειραματιζόταν, jam- αρε, άλλαζε τα κομμάτια, έκανε πρωτοποριακά πράγματα, χωρίς να δίνει τόση έμφαση στο οπτικό μέρος. Από το ”Dark side of the moon” και μετά η μπάντα πηγαίνει από τα clubs στα στάδια. Session μουσικοί, περισσότερος κόσμος, φανταχτερά shows με την μπάντα να δίνει πάντα μία πληρέστατη συναυλία, από αυτές που σημερινές μπάντες ούτε καν μπορούνε να διανοηθούν. Και, τέλος, οι περιοδείες των 2 τελευταίων δίσκων με το συγκρότημα να απολαμβάνει τη φήμη τους ως μία από τις μεγαλύτερες rock μπάντες και απλά να επιβεβαιώνει τον κόσμο για το θέαμα που έδινε στις συναυλίες του. Όλα αυτά μπορεί κάποιος να ερευνήσει είτε μέσα από τα επίσημα live C.D. και D.V.D., αλλά κυρίως μέσα από τα αμέτρητα (πιστέψτε με) bootlegs που υπάρχουν. Είναι πραγματικά κρίμα που με εξαίρεση το live C.D. του ”Ummagumma” δεν υπάρχει κανένα επίσημο ζωντανό ντοκουμέντο των Floyd για τη δεκαετία του ’70, τη σημαντικότερη, δηλαδή, δεκαετία τους. Ευτυχώς, όμως, πολλά bootlegs κάνουν άριστη δουλειά, ενώ πολύ πράμα υπάρχει και στο Youtube, με υλικό που αξίζει να παρακολουθεί κανείς για ώρες. Αν κάνετε το λάθος και χαθείτε μέσα στην πληθώρα των videos που υπάρχουν θα κολλήσετε μια για πάντα. Αξίζει όμως!

The members

Syd Barrett

Οι Pink Floyd έχουν μία πορεία 25 χρόνων περίπου, και ο Syd Barrett είναι μέρος αυτής της ιστορίας μόνο για δύο δίσκους. Τότε τι είναι αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει; Γιατί μιλάνε όλοι ακόμα για αυτόν; Γιατί οι Floyd, ακόμα και όταν ήταν στον κολοφώνα της δόξας τους, δε σταμάταγαν να μιλάνε για το φίλο τους, για τη σημασία του;

Καταρχήν χωρίς Barrett δε θα υπήρχαν Floyd, τόσο απλό. Δεύτερον όταν μιλάμε για το Barrett μιλάμε για ένα μουσικό τεράστιου βεληνεκούς, όσο ακραίο και να ακούγεται αυτό. Σε μία εποχή που έσφυζε από μουσικούς πειραματισμούς ο άνθρωπος αυτός κατάφερε να πιάσει το κλίμα των ημερών του και να πάει τη μουσική ένα βήμα παραπέρα. Φταίει το L.S.D. γι’ αυτό, φταίει η ίδια του η προσωπικότητα, δεν ξέρω, αλλά όταν βλέπεις μία ολόκληρη σκηνή να στηρίζεται πάνω στις ιδέες ενός και μόνου ατόμου (μιας και το ορόσημο ”The piper at the gates of dawn” είναι σχεδόν εξ’ ολοκλήρου δικό του δημιούργημα), τότε μάλλον έχεις να κάνεις με μία ξεχωριστή περίπτωση. Ίσως ο ψυχεδελικός ήχος των ‘60s να μας φαίνεται πλέον μακρινός, αλλά μιλάμε για ένα μουσικό ρεύμα που επηρεάζει συγκροτήματα μέχρι και σήμερα. Μιλάμε για ένα μουσικό τον οποίο αναφέρουν ως επιρροή μπάντες από όλα τα φάσματα της μουσικής, ανεξαρτήτως εποχής. Πόσες φορές έχετε ακούσει τη φράση: ”γουστάρω Floyd, αλλά επί Barrett”; Ο τραγουδοποιός αυτός σφράγισε έναν ολόκληρο ήχο με τις καινοτόμες ιδέες του, είτε μιλάμε για τον ανορθόδοξο τρόπο με τον οποίο έπαιζε κιθάρα είτε μιλάμε για τη θέληση του να δημιουργήσει ήχους που δεν είχαν ξανακουστεί. Διάφορα εφέ που δεν είχαν ξανακουστεί, περίεργες συγχορδίες, μελωδίες που δεν έμοιαζαν με τίποτα με όσα είχαν ακουστεί μέχρι τότε, μιλάμε για ένα συνθέτη που ψαχνόταν συνεχώς. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Pink Floyd επί Barrett ήταν το top όνομα του βρετανικού underground, το όνομα τους είχα ακουστεί παντού. Οι συναυλίες τους ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, με όλα αυτά τα εφέ που είχε εμπνευστεί ο Barrett και κανείς δεν είχε χρησιμοποιήσει μέχρι τότε. Ήταν ένας μουσικός που κοιτούσε μπροστά, μουσικός με όραμα, και αυτό ενέπνεε σεβασμό στους άλλους. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που μέχρι και τώρα οι Floyd μιλάνε με τόσο θαυμασμό για το χαμένο φίλο τους.

Η ζωή έξω από τους Pink Floyd: Με την έξοδο του από το συγκρότημα ο Syd προσπάθησε να βάλει μπροστά μία solo πορεία. Το 1970 κυκλοφόρησε δύο solo albums, τα ”The madcap laughs” και ”Barrett”. Αυτά ήταν και τα μοναδικά μουσικά δημιουργήματα του εκτός των Pink Floyd.

Το ”The madcap laughs” είναι ένα album όπου ακούμε τον Barrett με μία ακουστική κιθάρα να μας χαρίζει απλά ψυχεδελικά rock τραγούδια. Στο δίσκο συμμετέχουν και οι Gilmour και Waters, καθώς και αρκετοί άλλοι μουσικοί (π.χ. κάποια μέλη των Soft Machine). Στο δίσκο αυτό ο καθένας μπορεί να χορτάσει όσο Syd Barrett θέλει, η φωνή του ακούγεται όπως πάντα όμορφη και νωχελική και οι συνθέσεις του είναι απλές και πιασάρικες. Τα ίδια πάνω- κάτω ισχύουν και για το ”Barrett”, δίσκος στον οποίο συμμετέχουν και οι Gilmour και Wright. Γενικά τα μέλη των Pink Floyd προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βοηθήσουν το Syd να ορθοποδήσει στη νέα του πορεία. Κάτι που τελικά δεν έγινε, μιας και ο Barrett δεν έβγαλε άλλο solo album, ενώ ουσιαστικά σταμάτησε τη μουσική του καριέρα κάπου εκεί. Για τα επόμενα χρόνια ο Syd Barrett απομονώθηκε στο πατρικό του σπίτι και ασχολιόταν με την κηπουρική και τη ζωγραφική. Δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για το μουσικό παρελθόν του, ενώ η πνευματική του κατάσταση ήταν αμφιλεγόμενη. Το όνομα του ξαναήρθε στην επικαιρότητα στις 7 Ιουλίου του 2006, ημέρα θανάτου του μεγάλου αυτού μουσικού. Δύσκολο να περιγράψεις τα συναισθήματα που ένιωσαν οι περισσότεροι fans του συγκροτήματος εκείνη τη μέρα. Λες και χάθηκε ένα τεράστιο κομμάτι των Pink Floyd μια για πάντα, ο Syd Barrett έλαμψε για μία τελευταία φορά.

David Gilmour

Πόσο εύκολο είναι να αντικαταστήσεις το βασικό συνθέτη, αρχηγό και δημιουργό μιας μπάντας; Δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές παρόμοιες περιπτώσεις στη μουσική βιομηχανία. Ο Gilmour μπήκε στους Floyd σαν ”σφήνα”, ίσα- ίσα για να τους βοηθήσει στις live εμφανίσεις, και κατέληξε όχι μόνο να πάρει τη θέση του Barrett, αλλά και να ταυτίσει το όνομα του με αυτό των Pink Floyd. Σαν τραγουδιστή, σαν συνθέτη, τα πάντα. Είναι, άραγε, τυχαίο ότι οι φανατικοί fans των Floyd χωρίζονται σε Gilmour- ικούς και Waters- ικούς; Το άτομο αυτό είναι ένας από τους βασικούς λόγους που πολλοί από εμάς ερωτεύθηκαν αυτήν την μπάντα. Λόγω της φωνής του, και λόγω της κιθάρας του. Η μεν πρώτη ακούγεται πάντα τόσο ζεστή, νεανική και ώριμη συνάμα, ενώ η δεύτερη απλά ξεχωρίζει μέσα στον κόσμο της rock μουσικής γενικότερα. Τα leads του είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, πώς να το κάνουμε; ”Comfortably numb”, ”Shine on you crazy diamond (part one)”, ”Echoes”, ”Time”, ”Hey you”, ”Dogs”, βασικά αν συνεχίσω θα γράψω ΟΛΑ τα τραγούδια που sol- άρει. Το χαρακτηριστικό του είναι το εξής: δεν ενδιαφέρεται να παίξει γρήγορα ή τεχνικά. Θέλει να παίξει όπως απαιτεί το κάθε κομμάτι. Ενδιαφέρεται η κάθε νότα, ακόμα και η πιο απλή, να ακουστεί τέλεια, όπως θα έπρεπε. Και κάπως έτσι βγάζει τελικά αυτό το συναίσθημα που βγάζει.

Δεν είναι και λίγοι, βέβαια, αυτοί που κατηγορούν τον Gilmour για τη ”στραβή” μουσική πορεία των Pink Floyd μετά την αποχώρηση του Waters. Η αλήθεια είναι ότι ο Gilmour έχει όλη την ευθύνη για ό,τι αφορά το συγκρότημα μετά το ’85, οπότε κάποιες μουσικές του ιδιοτροπίες όντως να μην κόλλαγαν τόσο στους Floyd όσο στα προσωπικά του albums. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούμε να μη θαυμάσουμε τη θέληση του για τη συνέχιση αυτού του μεγάλου συγκροτήματος, ενώ και το ότι κατάφερε να δημιουργήσει ένα ”The division bell” (και ουσιαστικά να συστήσει το συγκρότημα σε μία (τρίτη;) νέα γενιά οπαδών) δεν είναι μικρό πράγμα. Ίσως ο Waters να είναι αυτός που τραβά τα βλέμματα για τον εκρηκτικό χαρακτήρα του, αλλά ο Gilmour έδειξε ότι συναγωνίζεται στα ίσα τον άσπονδο φίλο του σε ”στανιό” και πείσμα.

Πέρα από όλα αυτά, στο συνθετικό οίστρο του Gilmour χρωστάμε το μεγαλύτερο μέρος των μελωδιών που ακούμε στα C.D. των Pink Floyd. Αν ο Waters ήταν ο ”εγκέφαλος” του συγκροτήματος, αυτός που με τους στίχους του συγκλόνισε τα πλήθη, ο Gilmour ήταν αυτός που μας χάρισε μουσικά μέρη που δεν είχαμε φανταστεί ποτέ, ήταν η ”καρδιά” της μουσικής των Pink Floyd. Ακόμα και επί ”Animals”, ακόμα και επί ”The wall” ο Gilmour όχι μόνο έβαλε τις δικές του σημαντικότατες πινελιές, αλλά είχε και έναν Α’ έλεγχο στο όλο σκηνικό. Χωρίς αυτόν ο Waters δεν πήγαινε πουθενά, και όταν επιχείρησε να το κάνει (”The final cut”) το αποτέλεσμα όχι μόνο δεν έμοιαζε σε τίποτα από ό,τι είχαν κάνει στο παρελθόν οι Floyd, αλλά λίγο μετά οδήγησε και στη διακοπή της πορείας του συγκροτήματος. Αναντικατάστατος.

H ζωή έξω από τους Pink Floyd: Ο Gilmour έχει κυκλοφορήσει 3 solo δίσκους μέχρι τώρα: το ”David Gilmour” κυκλοφόρησε το 1978, και αποτελεί έναν εξαίρετο rock δίσκο των ‘70s. Τα χαρακτηριστικά φωνητικά του αρχηγού βρίσκονται εδώ, η κιθαριστική δουλειά του είναι άψογη, αλλά το κυριότερο είναι ότι ο Gilmour μας προσφέρει απλόχερα ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ με όλη τη σημασία της λέξης. Π.χ. το ”There’s no way out of here” θα έπρεπε να θεωρείται κλασικό κομμάτι.

Η επόμενη δουλειά του Gilmour ήρθε το 1984 και ονομαζόταν ”About face”. Άλλος ένας εξαιρετικός δίσκος, κι ας έχει ένα ανεπαίσθητο ”pop” touch (μάλιστα μου φαίνεται ότι μου αρέσει περισσότερο και από το ”A momentary lapse of reason”). Τα πλήκτρα και οι ατμόσφαιρες είναι πιο έντονες, και προσθέτουν πολύ στο τελικό αποτέλεσμα.

Τελευταίο πόνημα του αρχηγού μέχρι στιγμής αποτελεί το γνωστό ”On an island” του 2006. Άλλο ένα album- κομψοτέχνημα, πολύ πιο ”ήρεμο” από τα δύο προηγούμενα, αλλά πολύ καλό για αυτό που θέλει να βγάλει. Μάλιστα εδώ ακούμε και συμμετοχή από το Richard Wright.

Πέρα από αυτά, αξίζει κάποιος να τσεκάρει και τα 4 οπτικά ντοκουμέντα του Gilmour που δε ua αφήσουν κανένα παραπονεμένο (”David Gilmour live 1984”, ”David Gilmour in concert”, ”Remember that night”, ”Live in Gdansk”).

Αν πάλι ούτε αυτά σας φτάνουν, τότε μπαίνετε σε μεγάλη λούμπα για να βρείτε όλες τις συμμετοχές του Gilmour σε δίσκους άλλων καλλιτεχνών. Ευτυχώς, λέω εγώ, που υπάρχει και κανένα Wikipedia και άλλα blogs και τα βρίσκουμε όλα αυτά, κι ας το παίζουμε και καλά ότι τα σνομπάρουμε μερικές φορές. Ο Gilmour, λοιπόν, έχει συνεργαστεί με πάμπολλους καλλιτέχνες, εμείς θα αναφέρουμε μόνο μερικές περιπτώσεις: παίζει κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα, τύμπανα και κάνει δεύτερα φωνητικά στα δύο solo albums του Barrett, έχει παίξει σε δίσκους της Kate Bush (την οποία αυτός ανακάλυψε), του Paul McCartney, των Atomic Rooster, των Supertramp, του Bryan Ferry, του Pete Townshend, του Elton John, του B.B. King (γνωστή η αγάπη του Gilmour για τα blues), του Ringo Starr, ενώ συμμετέχει (και έχει συγγράψει πολλά κομμάτια) σε αρκετούς δίσκους του Roy Harper, της φωνής, δηλαδή, του ”Have a cigar”. Όχι και ασήμαντα πράγματα, ε;

Roger Waters

Να και ο άνθρωπος που πολλοί τον έχουν εικόνισμα πάνω από το κρεβάτι τους, και άλλοι τόσοι δε σταματάνε να τον κατηγορούνε για τη διακοπή των Floyd στα ‘80s. Λοιπόν, για να είμαστε (όσο μπορούμε πιο) ειλικρινείς: ναι, ο Waters μάλλον κακό παρά καλό έκανε στην μπάντα με την εγωπαθή συμπεριφορά του. Έδιωξε το Wright, ήθελε να γράφει τα πάντα μόνος του, έβαλε φρένο στην πορεία των Floyd μετά το ”The final cut” με τα καμώματα του κλπ. Έλα, όμως, που χάρη σε αυτήν του τη συμπεριφορά έχουμε και έργα όπως το ”Animals” και (περισσότερο) το ”The wall”. Έργα που φυσικά έχουν βγει μέσα από συνθετικές διαδικασίες στις οποίες είχαν πάρει μέρος και άλλοι, αλλά που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους προέρχονται από ένα και μόνο άτομο, το Waters. Αυτό λέγεται μουσικό όραμα κατά τη γνώμη μου. Όταν ένα άτομο μπορεί και συνθέτει τέτοια πράγματα σχεδόν μόνος του, μπορεί και να είναι επικίνδυνο να διακόψεις αυτήν τη συνθετική ορμή. Αντίλογος: δηλαδή στα ”Dark side of the moon” και ”Wish you were here” όπου συνέθετε όλη η μπάντα σε αρμονικό κλίμα, δεν είχαμε κορυφαία αποτελέσματα; Φυσικά και είχαμε, αλλά μήπως η ομορφιά του ”The wall” δεν είναι ακριβώς το ότι από την αρχή μέχρι το τέλος ”βρωμάει” Waters; Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, αλλά το ”The wall” είναι αυτό που είναι ΑΚΡΙΒΩΣ επειδή ο Waters το έγραψε μόνος του. Όπως και το ”Dark side of the moon” είναι αυτό που είναι επειδή γράφτηκε από όλη την μπάντα. Δεν μπορώ να φανταστώ την πορεία των Floyd αν ο Waters δεν πάθαινε μανία με τις συνθετικές του ικανότητες. Ίσως βλέπαμε και άλλα αριστουργήματα που να μη μας περνάνε από το μυαλό, αλλά σίγουρα δε θα βλέπαμε ένα ”The wall”. Το ”The wall” εξ ορισμού μπορούσε να γραφτεί ΜΟΝΟ από ένα άτομο, μία συνθετική ιδιοφυία. Και έτσι έγινε.

Αλλά επειδή είναι καλύτερα να μιλάμε με θέσεις, και όχι με υποθέσεις, υπάρχει και κάτι που λέγεται ”The final cut”, και κάτι άλλο σημαντικότερο που λέγεται ”διάλυση της μπάντας”. Γεγονότα που οφείλονται ολοκληρωτικά στο Waters, και ποτέ δεν ξεχνιούνται από τους Gilmour- ικούς fans του συγκροτήματος. Μάλλον κάπου εκεί φάνηκαν τα όρια του συγκεκριμένου ανθρώπου, κάπου εκεί αποδείχτηκε ότι τελικά άλλο τα να είσαι σε συγκρότημα, και άλλο το να είσαι το συγκρότημα.

Αρκετά, όμως, με την κριτική στη συμπεριφορά του Waters, καιρός να πάμε σε πιο ”μουσικά” θέματα. Είναι πραγματικά ενδιαφέρον το ότι ο Waters σαν μπασίστας ποτέ δεν έλεγε φοβερά πράγματα. Μάλιστα δεν είναι και λίγα τα κομμάτια που το μπάσο παίζεται από τον Gilmour. Αυτή η ”κουλαμάρα” του, πάντως, αντισταθμίζεται άνετα από τις συνθετικές του ικανότητες. Άσε που, όσο να ‘ναι, πολλοί πλέον αγαπάμε τον τρόπο που παίζει μπάσο, δεν μπορούμε να φανταστούμε τα κομμάτια των Floyd αλλιώς. Ναι, δεν έχει ιδιαίτερες τεχνικές, ούτε είναι βιρτουόζος, αλλά έχει προσωπικό ήχο και παίξιμο.

Η φωνή του, από την άλλη, διχάζει τους μουσικόφιλους. Σίγουρα ο Waters δεν έχει αυτό που λέμε ”τραγουδιστική φωνή”. Μάλιστα στις πρώτες μέρες των Floyd δίσταζε αρκετά να παίρνει τον πρώτο ρόλο στο μικρόφωνο. Σιγά- σιγά, όμως (ιδίως μετά το ”Dark side of the moon”), άρχισε να μεγαλώνει η αυτοπεποίθηση του, και δεν άργησε να καλλιεργήσει το προσωπικό του ύφος στο τραγούδι. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, φυσικά, τα ”The wall” και ”The final cut”. Μια φωνή υστερική, μία φωνή θεατρική. Ουρλιάζει, ψιθυρίζει, φωνάζει, όλα με το συναίσθημα στο 10. Η φωνή του Waters μπορεί να είναι άμαθη, να κάνει τα φάλτσα της, αλλά ακριβώς αυτό είναι και η μαγεία της. Μία φωνή ακατέργαστη που τα δίνει όλα γιατί πολύ απλά νιώθει αυτά που λέει. Δεν είναι και λίγοι αυτοί που προτιμούν τη φωνή του Waters από του Gilmour λόγω της αυθεντικής συναισθηματικότητας που τη διακατέχει.

Όσον αφορά τις μουσικές και στιχουργικές ικανότητες αυτού του ατόμου δεν μπορούμε να πούμε και πολλά πράγματα. Ένας πανέξυπνος άνθρωπος με χάρισμα στο να διατυπώνει στο χαρτί αυτά που έχει μέσα στο κεφάλι του. Πράγματα που κι εμείς νιώθουμε και σκεφτόμαστε και ποτέ δε φανταζόμασταν ότι κάποιος θα μπορούσε να τα περιγράψει τόσο παραστατικά με λόγια. Μουσικός με πολλά χαρίσματα, με το μυαλό του να κατεβάζει καινοτόμες ιδέες που, όσο υπερβολικό και να ακούγεται, προχώρησε τη μουσική μπροστά.

Η ζωή έξω από τους Pink Floyd: Ανήσυχο πνεύμα ο Waters, δε θα μπορούσε να μην έχει και αυτός solo δουλειές. Το πρώτο του προσωπικό album, λοιπόν, κυκλοφόρησε το 1984 (όταν κυκλοφόρησε ο δεύτερος solo δίσκος του Gilmour) και ονομαζόταν ”The pros and cons of hitch hiking”. Δίσκος που υπήρχε στο μυαλό του Waters από την εποχή του ”The wall” ήδη και φυσικά έχει πολλά κοινά στοιχεία με αυτό και το ”The final cut”. Πολλοί το θεωρούν ένα κλασικό δίσκο, προσωπικά το βρίσκω χειρότερο και από το ”The final cut”, παρ’ όλο το αξιόλογο (για άλλη μία φορά) concept (κρίση μέσης ηλικίας, ερωτισμός, οικογενειακά προβλήματα κ.ά.).

Η δεύτερη solo προσπάθεια του Waters ήρθε 3 χρόνια αργότερα, το 1987, χρονιά κυκλοφορίας του ”A momentary lapse of reason”, και ονομαζόταν ”Radio K.A.O.S.”. Δουλειά που κάνει μπαμ ότι βγήκε στα ‘80s και επιτέλους ο Waters ξεφεύγει λίγο από το μουσικό στυλ που βρισκόταν από το ”The wall” ήδη. Νέες μουσικές ιδέες, ένα concept πολύ ενδιαφέρον για άλλη μία φορά (η ιστορία ενός νέου με κινητικά προβλήματα που μπορεί και ”επικοινωνεί” μέσω ραδιοφωνικών συχνοτήτων), ένας Waters που μοιάζει να ξέρει τι θέλει.

Η συνέχεια δόθηκε 5 χρόνια μετά, το 1992, με την κυκλοφορία του ”Amused to death”. Άλλο ένα album στα γνωστά concept μονοπάτια του Waters, κατά τη γνώμη μου ανώτερο από τα προηγούμενα, μιας και εδώ ο Waters εισάγει και κάποιες νέες μουσικές ιδέες στις οποίες δε μας είχε συνηθίσει.

Τέλος, για όσους όλα αυτά δεν είναι αρκετά, υπάρχει και το ”Ca Ira- there is hope”, ένας διπλός δίσκος- όπερα (κανονική όπερα), με θέμα τη Γαλλική Επανάσταση. Μεγαλεπήβολο, όπως και να το κάνεις.

Richard Wright

Πολλοί πιστεύουν ότι ο Wright έκανε την πιο σημαντική (και ταυτόχρονα πιο υποτιμημένη) δουλειά στους Floyd. Και η αλήθεια δεν απέχει και πολύ από αυτό. Αρκεί κανείς να ακούσει το πόσο σημαντικό ρόλο έπαιζαν τα πλήκτρα αυτού του ανθρώπου στα τραγούδια του συγκροτήματος. Δε μιλάμε απλά για ένα ”χαλί” ήχων που συχνά έκλεβε την παράσταση. Δε μιλάμε απλά για ικανότητες που φαίνονταν όποτε ο Wright επέλεγε να πρωταγωνιστήσει. Τα πλήκτρα του συχνά δομούσαν ολόκληρο το κομμάτι, ήταν ο κορμός του.

Όσον αφορά τη δουλειά του ως συνθέτη, λίγα ήταν τα κομμάτια στην προ- ”Animals” περίοδο της μπάντας στα οποία δεν έβρισκες το όνομα του στα credits. Μιλάμε για ένα μυαλό που συνεχώς κατέβαζε ιδέες, για κάποιον που (μετά την αποχώρηση του Barrett) ανέλαβε το βαρύ φορτίο (μαζί με το Waters) να συνεχίσουν τους Floyd. Ποτέ δε δίσταζε να υπογράφει τραγούδια ολομόναχος, ποτέ δε φοβόταν για τις ικανότητες του. Εξαίρεση, φυσικά, αποτελεί η μετά- ”Animals” περίοδος μέχρι και το ”A momentary lapse of reason”, όταν ο Wright βρισκόταν στην πιο ”μουδιασμένη” δημιουργική περίοδο του. Από τη μία τα προσωπικά του προβλήματα, από την άλλη η συμπεριφορά του Waters, ο κορυφαίος αυτός πληκτράς κατέληξε να μην μπορεί να συνθέσει πια μουσική. Η αυτοπεποίθηση του είχε χαθεί, ο ίδιος πίστευε ότι δεν ήταν καλός μουσικός, και χρειάστηκαν να περάσουν κάμποσα χρόνια ώστε να αρχίσει να ”roll- άρει” ξανά. Και ευτυχώς που τα κατάφερε, λέμε εμείς, για να ακούγεται το ”The division bell” έτσι όπως ακούγεται. Χωρίς αυτόν ο δίσκος θα ήταν αρκετά διαφορετικός, βασικά χάρη στο Wright το ”The division bell” ακούγεται τόσο Floyd- ικό όσο θα θέλαμε (σε αντίθεση με το ”A momentary lapse of reason”). Ο άνθρωπος αυτός είχε το χάρισμα με το που παίζει, με το που τραγουδάει, τα πάντα να ακούγονται Pink Floyd. Ήταν η ταυτότητα τους, και δεν είναι τυχαίο ότι η τριπλέτα ”Animals”- ”The wall”- ”The final cut” διαφοροποιείται τόσο από τον ”κλασικό” Pink Floyd ήχο (αν υπάρχει τέτοιος- καταλαβαίνετε τι θέλω να πω πάντως). Τα πλήκτρα του Wright σε συνδυασμό με την κιθάρα του Gilmour ήταν τα βασικότερα συστατικά του ήχους τους.

Ξεχωριστή μνεία πρέπει να γίνει και στη φωνή του μεγάλου αυτού μουσικού. Από το πρώτο κιόλας album ο Wright δε δίσταζε να μονοπωλεί στο μικρόφωνο, κάτι που στο μέλλον θα έκανε συχνά- πυκνά. Η φωνή του έχει κάτι το γαλήνιο, και προσωπικά τη βρίσκω μοναδική. Τον ξεχωρίζεις αμέσως, έχει κάτι το πολύ αναγνωρίσιμο. Φυσικά μαγικές είναι οι στιγμές που κάνει backing vocals στον Gilmour (ή το αντίστροφο), μιας και οι φωνές τους ταίριαζαν με ένα συγκλονιστικό τρόπο. Μιλάμε, δηλαδή, για έναν απόλυτα ολοκληρωμένο μουσικό, τραγουδιστή, συνθέτη, στιχουργό, o οποίος ήταν από τους βασικούς συντελεστές που οδήγησαν αυτό το συγκρότημα την κορυφή.

Η ζωή έξω από τους Pink Floyd: Ο Wright κυκλοφόρησε το πρώτο του solo album το 1978, την ίδια χρονιά που ο Gilmour κυκλοφόρησε το ”David Gilmour”. Μάλλον δεν είναι τυχαίο που οι δύο αυτοί συνθέτες αναζήτησαν στις προσωπικές τους δουλειές μία δημιουργική διέξοδο από την κατάσταση που είχε δημιουργήσει ο Waters στο συγκρότημα. Το ντεμπούτο του Wright ονομαζόταν ”Wet dream” και αποτελούνταν από χαρακτηριστικά κομμάτια του Wright, instrumental και μη. Μία πάρα πολύ αξιόλογη δουλειά που δυστυχώς πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, αλλά παρ’ όλα αυτά περιλαμβάνει μερικές από τις πιο ωραίες ιδέες του Wright, αλλά και τις φοβερές ερμηνείες του. Να σημειωθεί ότι όλες τις κιθάρες στο album τις έχει παίξει ο Snowy White, session κιθαρίστας των Floyd.

Η δεύτερη δουλειά του Wright ήρθε το 1996 με το καταπληκτικό ”Broken china”. Ένας δίσκος- κομψοτέχνημα που έδειξε το ανήσυχο πνεύμα του δημιουργού του, ένας συνθέτης που δεν επαναπαύεται στα ίδια. Μοντέρνοι ήχοι, concept φιλοσοφία, πολλά κομμάτια, καθώς και συμμετοχή από τη Sinead O’Connor. Ένας πραγματικά φοβερός δίσκος που αξίζει να τσεκαριστεί από κάθε Floyd fan.

Δυστυχώς αυτή ήταν και η τελευταία προσωπική δουλειά του μεγάλου αυτού συνθέτη. Στις 15 Σεπτεμβρίου του 2008 μαθεύτηκε ο θάνατος του Richard Wright, ενώ δούλευε πάνω στο τρίτο του solo album. 2 περίπου χρόνια μετά το θάνατο του Syd Barrett, ο ξαφνικός θάνατος του Richard Wright έκλεισε μια για πάντα το κεφάλαιο Pink Floyd. Τίποτα δε θα μπορούσε να συνεχιστεί χωρίς αυτόν.

Nick Mason

O Mason είναι το μοναδικό άτομο που παίζει σε όλους τους δίσκους των Floyd, που βρίσκεται στο συγκρότημα από την αρχή μέχρι το τέλος του. Αυτό του δίνει ένα credit παραπάνω, έτσι δεν είναι; Η αλήθεια είναι ότι σε λίγα κομμάτια θα το δούμε ως μοναδικό συνθέτη, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος. Επίσης, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, το Mason σπάνια τον έβρισκες σε άλλο ρόλο πέρα από αυτόν του drummer.

Μειώνει αυτό καθόλου την αξία του μεγάλου αυτού drummer; Καθόλου, θα έλεγα. Ο Mason είχε το χάρισμα να είναι ο καλύτερος drummer που θα μπορούσαν να έχουν οι Pink Floyd βασικά. Σκεφτείτε λίγο πόσα στυλ άλλαξαν οι Floyd. Σκεφτείτε τις μουσικές ιδιοτροπίες και του Waters, αλλά και του Gilmour όταν ο καθένας πήρε τα ηνία της μπάντας. Ο Mason ήταν πάντα εκεί, σαν χαμαιλέοντας δεν καταλάβαινε τίποτα από μουσικές αλλαγές. Είχε την ικανότητα να ταυτίζεται με την ίδια τη φύση του τραγουδιού.

Εκτός απ’ αυτό, βρίσκω το παίξιμο του Mason εντελώς προσωπικό και χαρακτηριστικό. Σε αντίθεση με τους περισσότερους drummers ο Mason δεν ενδιαφερόταν τόσο για το ρυθμό και το μέτρο, όσο για τη μουσική του κομματιού. Δε θεωρούσε ότι κράταγε το ρυθμό, θεωρούσε ότι έπαιζε κι αυτός ένα όργανο, και γι’ αυτό πολλές φορές το παίξιμο του αιχμαλωτίζει την προσοχή του ακροατή. Γυρίσματα συνεχώς, διάφορες δυναμικές, ο άνθρωπος αυτός δεν ένιωθε καλά παίζονται συνεχώς το ίδιο πράγμα, ήθελε να διαφοροποιείται. Ενώ αν το δει κανείς live, τότε θα καταλάβει ακόμα καλύτερα τη φύση που διακατέχει το παίξιμο του. Ζωντανό με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, ”χρωματίζει” τα κομμάτια όπως κάνει η κιθάρα ή τα πλήκτρα.

Πέρα των ικανοτήτων του στα τύμπανα, ο Mason ήταν το άτομο που συχνά έπαιρνε τα credits για διάφορους πειραματισμούς με sound effects κλπ. Ηχογραφημένες ομιλίες, κόλπα με θορύβους/περίεργες ηχογραφήσεις κλπ., πίσω από όλα αυτά συχνά έβρισκες το δαιμόνιο drummer του συγκροτήματος. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, οι Pink Floyd δε γίνεται να μην είχαν τον πιο τέλειο drummer που θα μπορούσαν να έχουν.

Η ζωή έξω από τους Pink Floyd: Ο Mason ήταν μάλλον ο πιο ”ταπεινός” απ’ όλους στις συνθετικές προσπάθειες, αλλά αυτό δεν τον αποθάρρυνε από το να δοκιμάσει νέα μουσικά πράγματα μετά τη σύντομη διακοπή των Floyd στις αρχές των ‘80s. Η αρχή έγινε το 1981 με τους Nick Mason’s Fictitious Sports και το ομώνυμο album τους. Ένα album που δημιουργήθηκε κυρίως από την Carla Bley, αλλά το όνομα του Mason ήταν αρκετά μεγαλύτερο ώστε να επικρατήσει στο εξώφυλλο. Εδώ θα βρει κανείς τζαζεμένες μουσικές, progressive και fusion, οι οποίες δεν είναι και το φόρτε μου, οπότε δεν μπορώ να εκφέρω άποψη. Πέρα από τους Nick Mason’s Fictitious Sports, ο drummer των Floyd συνεργάστηκε και με τον κιθαρίστα Rick Fenn, κάτω από το όνομα Mason + Fenn. O δίσκος ”Profiles” του ’85 κινείται στα γνωστά progressive rock μονοπάτια, ενώ εκεί θα βρει κάποιος και συμμετοχή του David Gilmour.

Pink Floyd trivia

Γράφοντας αυτό το αφιέρωμα κατάλαβα ότι ο πλούτος των πληροφοριών σχετικά με τo συγκρότημα ήταν τόσο μεγάλος που δε γινόταν να ενσωματωθεί σε ένα ενιαίο κείμενο. Οπότε εδώ έχουμε όλες αυτές τις ασήμαντες και σημαντικές πληροφορίες που χτίζουν το μύθο ενός θρυλικούς συγκροτήματος, πράγματα που όλοι μας απολαμβάνουμε να διαβάζουμε. Enjoy!

Ο φλεγόμενος άνθρωπος στο εξώφυλλο του ”Wish you were here” δεν είναι εφέ, αλλά πραγματική φωτογραφία. Φόραγε αντιπυρική στολή, αλλά παρ’ όλα αυτά τα μαλλιά του άρπαξαν λίγο κατά λάθος.

Ο πρώτος τίτλος του ”Dark side of the moon” ήταν: ”Eclipse: a piece for assorted lunatics”.

Ένα από τα πιο συνηθισμένα στιχουργικά θέματα του συγκροτήματος ήταν αυτό του πολέμου, κυρίως λόγω των εμπειριών του Waters (ο πατέρας του, Eric Fletcher Waters, σκοτώθηκε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Πάμε να δούμε, λοιπόν, ποια τραγούδια τους αναφέρονται σε αυτό το θέμα:

”Corporal Clegg” (”Corporal Clegg had a wooden leg, he won it in the war in 1944”)

”A saucerful of secrets” (αν και instrumental το ”A saucerful of secrets” περιγράφει την διεξαγωγή μίας μάχης)

”Free four” (”You are the angel of death and I am the dead man’s son, and he was buried like a mole in a fox hole and everyone is still on the run”)

”Us and them” (”Forward he cried from the rear and the front rank died, and the general sat, and the lines on the map moved from side to side”)

”The wall” (όλος ο δίσκος έχει αναφορές στον πατέρα του Waters, κριτικάρει τον πόλεμο κλπ.)

”The final cut” (ο δίσκος είναι αφιερωμένος στον πατέρα του Waters και έχει σαν βασική στιχουργική ιδέα τον πόλεμο και τις συνέπειες του στο άτομο)

”The dogs of war” (”The dogs of war don’t negotiate, the dogs of war won’t capitulate, they will take and you will give, and you must die so that they may live”)

Όταν οι Floyd έπαιξαν στο Crystal Palace Bowl του Λονδίνου, λέγεται ότι έπαιξαν με τόσο δυνατό ήχο που ένας αριθμός ψαριών από μία παρακείμενη λίμνη πέθανε.

Στενή είναι και η σχέση των Pink Floyd με τον κινηματογράφο. Καταρχήν δύο albums τους είναι soundtrack ταινιών, και πιο συγκεκριμένα τα ”Soundtrack from the film More” και ”Obscured by clouds”. Το ”More” είναι μία ταινία του Barbet Shroeder του 1969 και περιγράφει την ιστορία δύο νέων που μπλέκουν με ναρκωτικά κλπ. Το ”Obscured by clouds” είναι το soundtrack της ταινίας ”La vallee” του ’72, σκηνοθετημένη και πάλι από το Shroeder που έχει να κάνει με την ανακάλυψη μία κοιλάδας όπου ζει μία ξεχασμένη φυλή κλπ. Πέρα από αυτά, οι Floyd υπογράφουν και το soundtrack της ταινίας ”The committee” του ’68, ενώ ο Waters σε συνεργασία με το Ron Geesin συνέθεσαν το soundtrack της ταινίας ”The body” το 1970 (όπου σε ένα κομμάτι ακούμε και τους υπόλοιπους Pink Floyd).

Πέρα από τα κλασικά studio albums της μπάντας, ξεχωριστή βαρύτητα έχουν και τα πρώιμα singles της μπάντας, που μπορούν να βρεθούν όλα μαζί στο C.D. ”The early singles” του ”Shine on” box- set. Τραγούδια όπως το ”Arnold Layne” και το ”See Emily play” είναι ο λόγος που οι Floyd έγιναν το top όνομα του βρετανικού underground ψυχεδελικού ήχου, ενώ θαμμένα διαμάντια όπως το ΄”ulia dream” και το ”Point me at the sky” αξίζουν όσο και τα κλασικά τους κομμάτια.

Για το ”The wall” πολλά έχουν γραφτεί, πολλά έχουν ειπωθεί, έχουν γίνει ολόκληρες διατριβές πάνω στο concept του, έχει γίνει ταινία, έχει γίνει φαντασμαγορικό live show κλπ. Αν θέλετε να λιώσετε τον εγκέφαλο σας επισκεφτείτε το παρακάτω site: http://www.thewallanalysis.com/Intro.html , η πληρέστερη δουλειά που έχω δει να υπάρχει για ένα album.

Πολύ ενδιαφέρον έχουν οι συναυλίες που έδωσαν οι Floyd με θεματική το ”The man and the journey” το 1969. Πιο συγκεκριμένα, έτσι ονομάστηκαν κάποιες ”concept” συναυλίες που έδωσε το συγκρότημα, όπου τα τραγούδια είχαν μία συγκεκριμένη ροή και περιέγραφαν ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος του concept. Το tracklisting ήταν το εξής:

Part I: The man
1. Daybreak, pt. I
2. Work
3. Teatime
4. Afternoon
5. Doing it!
6. Sleep
7. Nightmare
8. Daybreak, pt. II

Part II: The journey
1. The beginning
2. Beset by creatures of the deep
3. The narrow way
4. The pink jungle
5. The labyrinths of auximines
6. Behold the temple of light
7. The end of the beginning

Οι φίλοι του συγκροτήματος ας μην αγχωθούν για το ποια είναι όλα αυτά τα καινούρια κομμάτια. Όλα τα τραγούδια είναι από τα 4 πρώτα albums της μπάντας, απλά οι τίτλοι έχουν αλλάξει για τις ανάγκες του concept. Κατά τη διάρκεια της συναυλίας υπήρχαν διάφορα δρώμενα πάνω στη σκηνή, εφέ κλπ. με αποτέλεσμα το ”The man and the journey” να είναι από τα πιο καινοτόμα πράγματα που είχε κάνει η μπάντα μέχρι τότε.

Ο τίτλος του ”The piper at the gates of dawn” πάρθηκε από ένα αγαπημένο βιβλίο του Syd, το ”The wind on the willows” του Kenneth Grahame.

Στην αρχή του ”Wish you were here” ακούγεται ο άσχημος τσιγαρόβηχας του Gilmour. Λέγεται ότι όταν το άκουσε αποφάσισε να κόψει το κάπνισμα.

Λέγεται ότι όταν ήταν να επανακυκλοφορήσει το ”Dark side of the moon” κατασκευάστηκε ένα ολόκληρο εργοστάσιο παραγωγής δίσκων στη Γερμανία μόνο και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο.

Πιο πάνω είδαμε ότι οι Floyd συχνά χρησιμοποιούσαν session μουσικούς στις συναυλίες τους για να βγάλουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Με τα studio albums τι γίνεται; Ποιοι είχαν την τιμή να είναι guest σε δίσκο των Floyd; Για να δούμε:

Norman Smith: o γνωστός παραγωγός των Floyd παίζει τα drums στο ”Remember a day”.
The Salvation Army: έτσι ονομαζόταν η ομάδα των μουσικών που συμμετέχει στο ”Jugband blue” (με πνευστά κλπ.).

Abbey Road Session Pops Orchestra/John Alldis Choir/Philip Jones Brass Ensemble: συμμετέχουν στο ομώνυμο κομμάτι του ”Atom heart mother”.
Alan Stiles: roadie των Floyd που ακούγεται στο ”Alan’s psychedelic breakfast”.

Seamus: ο σκύλος που… γαβγίζει στο ”Seamus”.

Dick Parry: παίζει σαξόφωνο στα ΄΄The dark side of the moon΄΄, ΄΄Wish you were here΄΄ και ΄΄The division bell΄΄.
Clare Torry: τραγουδάει στο ΄΄A greak gig in the sky΄΄.
Lesley Duncan/Barry St. John/Liza Strike/Doris Troy: backing vocals στο ΄΄The dark side of the moon΄΄.

Roy Harper: τραγουδάει στο ”Have a cigar”.
Venetta Fields/Carlena Williams: backing vocals στο ”Wish you were here”.

Στο ”The wall” συμμετέχουν πραγματικά δεκάδες μουσικοί, είτε σε φωνητικά, είτε σε κιθάρα, τύμπανα, πλήκτρα κλπ. με τους Michael Kamen, Bob Ezrin, Jeff Porcaro, Lee Ritenour, James Guthrie, Islington Green School (η παιδική χορωδία) να ξεχωρίζουν.

Andy Newmark: τύμπανα στο ΄΄Two suns in the sunset΄΄.
Michael Kamen: πλήκτρα, ορχηστρική διεύθυνση στο ΄΄The final cut΄΄.
Andy Bown: πλήκτρα στο ΄΄The final cut΄΄.
Ray Cooper: κρουστά στο ΄΄The final cut΄΄.
National Philharmonic Orcestra: συμμετοχή στο ΄΄The final cut΄΄.
Raphael Ravenscroft: σαξόφωνο στο ΄΄The final cut΄΄.

Bob Ezrin: πλήκτα, κρουστά στα ΄΄A momentary lapse of reason΄΄ και ΄΄The division bell΄΄.
Tony Levin: μπάσο στο ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.
Jim Keltner/Carmine Appice: τύμπανα στο ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.
Steve Forman: κρουστά στο ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.
Jon Carin: πλήκτρα στα ΄΄A momentary lapse of reason΄΄ και ΄΄The divison bell΄΄.
Tom Scott/Scott Page/John Helliwell: σαξόφωνο στο ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.
Patrick Leonard: συνθεσάιζερ στο ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.
Bill Payne: πλήκτρα στο ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.
Michael Landau: κιθάρα στο ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.
Darlene Koldenhaven/Carmen Twillie/Phyllis St. James/Donnie Gerrard: backing vocals στο ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.

Guy Pratt: μπάσο στο ΄΄The divison bell΄΄.
Garry Wallis: κρουστά στο ΄΄The division bell΄΄.
Tim Renwick: κιθάρα στο ΄΄The division bell΄΄.
Sam Brown/Durga McBroom/Carol Kenyon/Jackie Sheridan/Rebecca Leigh- White: backing vocals στο ΄΄The division bell΄΄.

Ο Nick Mason είναι ο παραγωγός του δεύτερου album των Damned. Ειρωνικό, αν σκεφτεί κανείς τη ”διαμάχη” του progressive και του punk rock που έπαιζε εκείνη την εποχή.

Ένα από τα ωραιότερα trivia που αφορούν την μπάντα, είναι αυτό του Publius Enigma. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας του ΄”he division bell” βγήκε στη δημοσιότητα ένα μήνυμα κάποιου ”Publius Enigma” που έλεγε ότι πίσω από το νέο δίσκο υπάρχει ένα κρυφό νόημα που πρέπει να βρεθεί από τους fans κλπ. Το ότι ο Publius Enigma ήταν κάποιος από το στενό περιβάλλον της μπάντας (ή μήπως η ίδια η μπάντα;) αποδείχτηκε όταν σε κάποιες συναυλίες φάνηκε αυτό:

Ή εδώ (πηγαίνετε στο 03:35):

Ξαφνικά όλοι έπαθαν υστερία με αυτό το αίνιγμα και τα μηνύματα του Publius. Διάφοροι βάλθηκαν να λύσουν το μυστήριο, αλλά (νομίζω ότι) τελικά κανείς δεν έδωσε μία ακριβή απάντηση. Όσο να ‘ναι η αναμπουμπούλα που προκάλεσε στους fans της μπάντας βοήθησε στο promotion του album.

Όποιος έχει χορτάσει με τα studio albums της μπάντας ας ξέρει ότι υπάρχουν και πολλά τραγούδια που δεν κυκλοφόρησαν ποτέ και πλέον μπορούν να βρεθούν σε bootlegs ή στο Youtube κλπ. Τραγούδια όπως το ”Scream thy last scream”, ”What shall we do now?” ή το θρυλικό ”Have you got it yet?”, μία φάρσα του Barrett στους υπόλοιπους, μιας και όταν τους έδειχνε το κομμάτι το έπαιζε διαφορετικά κάθε φορά με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι να χάνουν την μπάλα.

Μέσα στο booklet του ”Animals” η ιδιόχειρη γραφή των στίχων είναι του Nick Mason.

Θρυλική έχει μείνει η εμφάνιση των Pink Floyd στο Bath Festival του 1970. Ένα φεστιβάλ που έμεινε ούτως ή άλλως στην ιστορία, μιας και σε ένα διήμερο εμφανίστηκαν μπάντες όπως οι Led Zeppelin, Santana, Steppenwolf, Canned Heat, Moody Blues, Frank Zappa & The Mothers of Invention, John Mayall κ.ά. Για την ιστορία, οι Floyd έπαιξαν τα εξής:

”Green is the colour΄΄
”Careful with that axe, Eugene΄΄
”A saucerful of secrets΄΄
”Set the controls for the heart of the sun΄΄
”Atom heart mother΄΄

Ψάξτε τα bootlegs τώρα!

Το ”Delicate sound of thunder” είναι το πρώτο rock album που παίχτηκε στο διάστημα.

Το ”Corporal Clegg” είναι το μοναδικό τραγούδι των Floyd στο οποίο μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή του Mason (πέρα από την απαγγελία του ”One of these days” και τα samples στο ”Signs of life”).

Η περιοδεία του ”The wall”, αν και συμπεριλάμβανε πολύ λίγες συναυλίες, κόστισε στην μπάντα εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια.

Η περιοδεία του ”The division bell” στην Ευρώπη είχε σαν σπόνσορα τη Volkswagen, κάτι που ώθησε την εταιρεία να κυκλοφορήσει το Pink Floyd Golf (το οποίο ένας τυχερός κέρδιζε και σε κάθε συναυλία). Ιδού:

Όταν τελειώνει και το τελευταίο κομμάτι του ”Dark side of the moon” ακούγεται πολύ χαμηλά μία ορχηστρική έκδοση του ”Ticket to ride” των Beatles, πιθανόν λάθος που οφείλεται στο remastering του album.

To εξώφυλλο του ”Relics” σχεδιάστηκε από τον ίδιο το Mason.

Το εξώφυλλο του ”Echoes: the best of Pink Floyd” είναι τίγκα στα trivia για την μπάντα. Για να δούμε πόσα βρήκαμε:

Ο κολυμβητής που υπάρχει στο ΄΄Wish you were here΄΄.
Το κόκκινο σάλι του ΄΄Wish you were here΄΄.
Η αγελάδα του ΄΄Atom heart mother΄΄.
Το γουρούνι του ΄΄Animals΄΄.
Το αεροπλάνο (΄΄Learning to fly΄΄).
Τα αγάλματα του ΄΄The division bell΄΄ (αχνοφαίνονται μέσα στο δωμάτιο).
Τα 4 προσωπεία του ΄΄Is there anybody out there? The Wall live 1980- 81΄΄.
To ζευγάρι του ΄΄A collection of great dance songs΄΄.
Ο ταξιδιώτης του ΄΄Wish you were here΄΄ με τη βαλίτσα και τη φωτιά.
Ο στρατιωτικός (΄΄The final cut΄΄).
Το τσεκούρι (΄΄Careful with that axe, Eugene΄΄).
Η γυάλα (αναφέρεται στους στίχους του ΄΄Wish you were here΄΄).
Ο άνθρωπος με τις λάμπες του ΄΄Delicate sound of thunder΄΄.
Το ποδήλατο (΄΄Bike΄΄).
Οι πυραμίδες του ΄΄Dark side of the moon΄΄.
Το κρεβάτι του ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.
Ο στόχος που μοιάζει με τα μάτια των αγαλμάτων του ΄΄The division bell΄΄.
Ο τοίχος του ΄΄The wall΄΄.
Ο βαρκάρης του ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.
Η καμαριέρα του ΄΄A momentary lapse of reason΄΄.
Τα διαδοχικά παράθυρα θυμίζουν το εξώφυλλο του ΄΄Ummagumma΄΄.
Οι φιάλες του ΄΄A saucerful of secrets΄΄.
Η ντισκομπάλα που υπάρχει στο ΄΄The division bell΄΄.
Η αφίσα του ΄΄The piper at the gates of dawn΄΄.

To πρόσωπο που εμφανίζεται στην ντισκομπάλα στο booklet του ”The divison bell” είναι της Polly Samson, συζύγου του Gilmour.

Οι Pink Floyd έχουν συνθέσει και το soundtrack του ”La Carrera Panamericana”, ενός video με θεματική τους αγώνες αυτοκινήτων.

Το ομώνυμο κομμάτι του ”A saucerful of secrets” χωρίζεται σε 4 μέρη, και έχει ως θέμα την περιγραφή μίας μάχης (παρόλο που είναι instrumental). Το πρώτο μέρος ονομάζεται ”Something else” και συμβολίζει την ετοιμασία πριν τη μάχη, το δεύτερο μέρος ονομάζεται ”Syncopated pandemonium” και συμβολίζει την ίδια τη μάχη (γι΄ αυτό και ακούμε τα όργανα να ”πολεμάνε” μεταξύ τους), το τρίτο μέρος ονομάζεται ”Storm signal” και συμβολίζει το τέλος της μάχης, ενώ το τέταρτο και τελευταίο μέρος ονομάζεται ”Celestial voices” και συμβολίζει το θρήνο των νεκρών.

Ο πρώτος τίτλος του ”Atom heart mother” ήταν ”The amazing pudding”.

Ο Gilmour έγραψε το δεύτερο, αριστουργηματικό solo του ”Comfortably numb” μόνο και μόνο για σπάσιμο στο Waters που ηχογράφησε το κομμάτι με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι ήθελε ο Gilmour ( o Gilmour ήθελε την εισαγωγή πιο ”βαρια” και όχι τόσο πληκτράτη, όπως δηλαδή το έπαιζαν live στη μετά- Waters περίοδο).

Το άτομο που απαγγέλει τους πλανήτες στην αρχή του ”Astronomy domine” είναι ο τότε manager των Floyd, Peter Jenner.

Οι Floyd δε δίσταζαν να παίζουν live ακόμα και το ”Alan’s psychedelic breakfast”. Ετοίμαζαν πρωινό κανονικά πάνω στη σκηνή, έψηναν μπέικον, έτρωγαν κλπ.

Τα samples που ακούγονται στο ”Keep talking” είναι από τον επιστήμονα Steve Hawking.

Τα ”A momentary lapse of reason” και ”The division bell” ηχογραφήθηκαν πάνω στο Astoria, το προσωπικό ποταμόπλοιο του Gilmour.

Στο τέλος του ”Not now John” μπορούμε να ακούσουμε το Waters να φωνάζει ”σε παρακαλώ, που είναι το μπαρ;”, σε όχι και τόσο καλά ελληνικά.

Σε μία ειδική έκδοση του ”Pigs on the wing” μπορούμε να ακούσουμε ένα ηχογραφημένο solo του session- α Snowy White.

Τα δοκιμαστικά ονόματα των ”Dogs” και ”Sheep” ήταν ”You gotta be crazy” και ”Raving and drooling” αντίστοιχα.

Η απαγγελία στο ”Sheep” είναι ηχογραφημένη από έναν άγνωστο roadie, παρ’ όλα αυτά στα live το έλεγε ο Mason.

Το ”Welcome to the machine” είναι το μοναδικό κομμάτι που οι Pink Floyd χρησιμοποίησαν εφέ στα φωνητικά για να πετύχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, γιατί ο Gilmour δεν μπορούσε σε ένα σημείο να φτάσει τη νότα που ήθελε.

Ένας από τους ωραιότερους θρύλους των Pink Floyd είναι αυτός που σχετίζεται με την ταινία ”The wizard of Oz”. Πιο συγκεκριμένα, εάν κάποιος βάλει το ”Dark side of the moon” ενώ βάζει να δει και την ταινία, θα δει ότι σε πολλά σημεία αυτά τα δύο ”συγχρονίζονται” με ένα μαγικό τρόπο.

Ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία των Floyd αποτελεί η ταινία ”The wall”. Αποτελεί το οπτικό μέρος του ομώνυμου δίσκου, και, κατά τη γνώμη μου, αν το album είναι μία φορά σκατόψυχο και καταθλιπτικό, η ταινία είναι δέκα. Με πρωταγωνιστή τον Bob Geldof η ταινία (στην ουσία soundtrack, αφού δεν υπάρχουν διάλογοι) εξιστορεί όλο το concept με έντονες εικόνες και μουντή ατμόσφαιρα. Μοναδικό μείον η έλλειψη του ”Hey you”.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s